Δευτέρα, Νοε 2026

teliko foronews900

Πώς στήνονται τα δίκτυα της φοροδιαφυγής, ποιος κρύβεται πίσω από τις εταιρείες-κελύφη και πώς το παράνομο χρήμα επιχειρεί να αποκτήσει νόμιμη όψη.

Η πρόσφατη υπόθεση που αποκάλυψε η ΑΑΔΕ, με την αλλοδαπή γυναίκα που δήλωνε άστεγη αλλά φέρεται να διέμενε σε βίλα 280 τετραγωνικών μέτρων με πισίνα, αναδεικνύει τις διαστάσεις του προβλήματος. Και ταυτόχρονα θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα: μπορεί η ψηφιακή τεχνολογία να παρακολουθήσει την εξέλιξη του οικονομικού εγκλήματος;

■ Το δίκτυο πίσω από τις εταιρείες-φαντάσματα

Το ξέπλυμα χρήματος και η οργανωμένη φοροδιαφυγή δεν περιορίζονται πλέον σε απλές συναλλαγές ή μεμονωμένες επιχειρηματικές παραβάσεις. Συχνά στηρίζονται σε πολυεπίπεδα δίκτυα φυσικών προσώπων και εταιρειών, με διαδοχικές αλλαγές στη διοίκηση, εικονικές εμπορικές συναλλαγές και επιχειρήσεις που εμφανίζονται και εξαφανίζονται μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα.

Κεντρικό ρόλο σε τέτοιες υποθέσεις μπορούν να έχουν οι λεγόμενοι «αχυράνθρωποι»: πρόσωπα που εμφανίζονται ως ιδιοκτήτες, διαχειριστές ή νόμιμοι εκπρόσωποι επιχειρήσεων, ενώ ο πραγματικός έλεγχος και η λήψη των αποφάσεων μπορεί να βρίσκονται σε άλλα χέρια.

Παράλληλα, εταιρείες χωρίς ουσιαστική οικονομική δραστηριότητα μπορούν να χρησιμοποιούνται για την έκδοση ή λήψη εικονικών τιμολογίων, τη δημιουργία πλασματικού τζίρου και την εμφάνιση ανύπαρκτων εμπορικών σχέσεων.

Το αποτέλεσμα είναι ένα σύνθετο επιχειρηματικό περιβάλλον, στο οποίο η εικόνα των εγγράφων δεν ανταποκρίνεται απαραίτητα στην πραγματική οικονομική δραστηριότητα.


■ Η υπόθεση της «άστεγης» που φέρεται να διέμενε σε βίλα με πισίνα

Μία χαρακτηριστική περίπτωση αυτού του φαινομένου αποκαλύφθηκε από τους ελεγκτές του ΔΕΟΣ της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων τον Ιούλιο του 2026.

Σύμφωνα με την επίσημη ανακοίνωση της ΑΑΔΕ, στο πλαίσιο της έρευνας για εκτεταμένο δίκτυο φοροδιαφυγής συνελήφθησαν τρία φυσικά πρόσωπα. Ανάμεσά τους βρίσκεται αλλοδαπή γυναίκα, η οποία φέρεται να ήταν διαχειρίστρια και ιδιοκτήτρια μίας από τις βασικές επιχειρήσεις του κυκλώματος.

Η συγκεκριμένη γυναίκα εμφανιζόταν στις φορολογικές δηλώσεις ως άστεγη, ενώ, σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε η ΑΑΔΕ, διέμενε σε βίλα 280 τετραγωνικών μέτρων στα βόρεια προάστια, με πισίνα.

Η αντίφαση ανάμεσα στη δηλωμένη οικονομική και περιουσιακή της εικόνα και στις συνθήκες διαβίωσης που περιγράφουν οι Αρχές αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία της υπόθεσης.

Το ενδιαφέρον, ωστόσο, δεν περιορίζεται στην εντυπωσιακή αυτή λεπτομέρεια. Η έρευνα αποκάλυψε επαναλαμβανόμενη συμμετοχή των ίδιων προσώπων σε διαφορετικές επιχειρήσεις, κοινές επαγγελματικές εγκαταστάσεις, τηλεφωνικούς αριθμούς και εταιρικές διευθύνσεις.

Νέες επιχειρήσεις εμφανίζονταν μετά τη διακοπή λειτουργίας προηγούμενων εταιρειών ή μετά από αλλαγές στη σύνθεσή τους. Παράλληλα, πολλές από αυτές φέρεται να χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο για την έκδοση και λήψη εικονικών τιμολογίων μεγάλης αξίας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποιήθηκαν, στο δίκτυο εμφανίζονται επίσης αλλοδαποί «εξαφανισμένοι έμποροι», οι οποίοι φέρονται να είχαν πραγματοποιήσει αγορές εμπορευμάτων αξίας άνω των 40 εκατομμυρίων ευρώ.

Η ΑΑΔΕ ανακοίνωσε ότι μέχρι τότε είχε διαπιστωθεί φοροδιαφυγή 9,6 εκατομμυρίων ευρώ από μη απόδοση ΦΠΑ και 8,3 εκατομμυρίων ευρώ από φόρο εισοδήματος. Είχαν επίσης δρομολογηθεί ενέργειες για τη δέσμευση τραπεζικών λογαριασμών και άλλων περιουσιακών στοιχείων, ενώ είχαν κατασχεθεί περισσότερα από 32.000 τεμάχια απομιμητικών προϊόντων.

Η έρευνα, σύμφωνα με την ίδια ανακοίνωση, συνεχιζόταν.


■ Τα τρία στάδια του ξεπλύματος χρήματος

Για να γίνει κατανοητός ο τρόπος με τον οποίο το παράνομο χρήμα μπορεί να εισέλθει στην οικονομία και να εμφανιστεί ως νόμιμο, είναι απαραίτητη η αναφορά στα τρία βασικά στάδια της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

1. Τοποθέτηση (Placement)

Είναι το αρχικό στάδιο, κατά το οποίο τα παράνομα έσοδα εισέρχονται στο οικονομικό ή χρηματοπιστωτικό σύστημα. Στόχος είναι να απομακρυνθούν από την άμεση σύνδεσή τους με την εγκληματική δραστηριότητα από την οποία προήλθαν.

2. Διαστρωμάτωση (Layering)

Στο δεύτερο στάδιο δημιουργείται ένα σύνθετο πλέγμα συναλλαγών και οικονομικών σχέσεων, ώστε να δυσκολέψει η αναγνώριση της αρχικής προέλευσης των χρημάτων. Εταιρείες, ενδιάμεσες συναλλαγές, εικονικές εμπορικές σχέσεις και διαφορετικές δικαιοδοσίες μπορούν να κάνουν την παρακολούθηση της διαδρομής του χρήματος ιδιαίτερα απαιτητική.

3. Ενσωμάτωση (Integration)

Στο τελικό στάδιο, τα χρήματα επανεμφανίζονται στην οικονομία ως φαινομενικά νόμιμα έσοδα ή περιουσία. Μπορεί να συνδέονται με ακίνητα, επιχειρήσεις, επενδύσεις και πολυτελή περιουσιακά στοιχεία.

Τα τρία στάδια αποτελούν ένα διεθνώς αναγνωρισμένο μοντέλο περιγραφής του ξεπλύματος χρήματος. Δεν είναι απαραίτητο να εμφανίζονται πάντοτε με αυστηρή σειρά ή να είναι απολύτως διακριτά.


■ Εικονικά τιμολόγια: Η οικονομία των συναλλαγών που δεν έγιναν ποτέ

Τα εικονικά τιμολόγια αποτελούν ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία φορολογικής απάτης.

Μέσω αυτών εμφανίζονται αγορές, πωλήσεις ή υπηρεσίες που δεν πραγματοποιήθηκαν πραγματικά ή δεν αντιστοιχούν στην αξία που αναγράφεται στα παραστατικά.

Έτσι μπορεί να δημιουργείται πλασματικός κύκλος εργασιών, να εμφανίζονται ανύπαρκτες δαπάνες ή να προκύπτουν φορολογικά οφέλη που δεν δικαιολογούνται από πραγματική οικονομική δραστηριότητα.

Στην υπόθεση που ανακοίνωσε η ΑΑΔΕ, οι ελεγκτές εντόπισαν ενδεικτικά επιχειρήσεις με εικονικές συναλλαγές ύψους 25 εκατ. ευρώ, 15 εκατ. ευρώ, 25 εκατ. ευρώ, 2,5 εκατ. ευρώ, 28 εκατ. ευρώ και 3,25 εκατ. ευρώ.

Τα στοιχεία αυτά αφορούν επιμέρους περιπτώσεις που δημοσιοποιήθηκαν από τις Αρχές και δεν πρέπει να συγχέονται με το ποσό της φοροδιαφυγής των 17,9 εκατ. ευρώ. Πρόκειται για διαφορετικά μεγέθη: άλλο η αξία των εικονικών συναλλαγών και άλλο ο φόρος που υπολογίζεται ότι δεν αποδόθηκε.


■ Το καρουζέλ ΦΠΑ και η διασυνοριακή διάσταση

Μία άλλη σύνθετη μορφή φορολογικής απάτης είναι το λεγόμενο «καρουζέλ ΦΠΑ» (VAT carousel fraud).

Πρόκειται για μηχανισμό που μπορεί να περιλαμβάνει διαδοχικές εμπορικές συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων σε διαφορετικές χώρες, με σκοπό την παράνομη αποκόμιση φορολογικού οφέλους.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, επιχείρηση εισπράττει ΦΠΑ από συναλλαγές, αλλά δεν τον αποδίδει στο Δημόσιο, ενώ άλλες επιχειρήσεις της ίδιας αλυσίδας εμφανίζουν απαιτήσεις επιστροφής ή συμψηφισμού.

Η εμπλοκή πολλών εταιρειών και η διασυνοριακή διάσταση των συναλλαγών δυσκολεύουν την ανασύνθεση της πραγματικής εμπορικής δραστηριότητας.

Είναι σημαντικό, πάντως, να διευκρινιστεί ότι η ανακοίνωση της συγκεκριμένης υπόθεσης της ΑΑΔΕ αναφέρεται σε εικονικά τιμολόγια και ενδοκοινοτικές συναλλαγές, χωρίς να χαρακτηρίζει ρητά την υπόθεση ως απάτη τύπου καρουζέλ ΦΠΑ.


■ Πώς εντοπίζονται οι εταιρείες-φαντάσματα

Η αποκάλυψη τέτοιων δικτύων δεν βασίζεται σε ένα μόνο στοιχείο. Απαιτείται συνδυασμός πληροφοριών από διαφορετικές πηγές.

Στη συγκεκριμένη έρευνα, σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, αξιοποιήθηκαν:

- Στοιχεία από επιτόπιους φορολογικούς ελέγχους.

- Δεδομένα από την ψηφιακή πλατφόρμα myDATA.

- Το μητρώο επιχειρήσεων.

- Οι εταιρικές συμμετοχές και οι σχέσεις μεταξύ των προσώπων.

- Τα στοιχεία διοίκησης και εκπροσώπησης των εταιρειών.

- Κοινές επαγγελματικές διευθύνσεις, εγκαταστάσεις και τηλεφωνικοί αριθμοί.

- Τα παραστατικά και τα δεδομένα των δηλωμένων ενδοκοινοτικών συναλλαγών.

Η διασταύρωση αυτών των πληροφοριών επέτρεψε στους ελεγκτές να εντοπίσουν κοινά χαρακτηριστικά και επαναλαμβανόμενες σχέσεις μεταξύ φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων.

Η συγκεκριμένη υπόθεση αναδεικνύει ότι η ουσιαστική έρευνα δεν περιορίζεται στο ποιος εμφανίζεται ως ιδιοκτήτης μιας εταιρείας. Το κρίσιμο είναι ποιος την ελέγχει πραγματικά, ποιος κινεί τα οικονομικά της και ποιος αποκομίζει το όφελος.


■ Το ψηφιακό όπλο της ΑΑΔΕ και οι αδυναμίες του

Η ψηφιοποίηση έχει αλλάξει σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο διενεργούνται οι φορολογικοί έλεγχοι.

Η ηλεκτρονική τιμολόγηση, το myDATA, οι διασυνδέσεις πληροφοριακών συστημάτων και η ανάλυση μεγάλου όγκου δεδομένων προσφέρουν στις ελεγκτικές Αρχές δυνατότητες που πριν από λίγα χρόνια ήταν πολύ πιο περιορισμένες.

Ωστόσο, η ψηφιακή καταγραφή μιας συναλλαγής δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι η συναλλαγή πραγματοποιήθηκε πραγματικά. Ένα ηλεκτρονικό παραστατικό μπορεί να έχει διαβιβαστεί κανονικά, αλλά η πραγματική παράδοση των προϊόντων ή η παροχή της υπηρεσίας να χρειάζεται ξεχωριστή επιβεβαίωση.

Εδώ εντοπίζεται μία από τις βασικές αδυναμίες της ψηφιακής εποχής: τα πληροφοριακά συστήματα καταγράφουν δεδομένα, αλλά δεν γνωρίζουν αυτομάτως τι συνέβη στον φυσικό κόσμο.

Υπάρχουν και άλλες σημαντικές προκλήσεις:

- Ποιότητα και πληρότητα δεδομένων: Εάν τα στοιχεία που εισάγονται στα συστήματα είναι ελλιπή ή ανακριβή, οι αυτοματοποιημένες διασταυρώσεις μπορεί να δώσουν ελλιπή εικόνα.

- Κατακερματισμός πληροφοριών: Τα δεδομένα για εταιρείες, τραπεζικές κινήσεις, πραγματικούς δικαιούχους και διασυνοριακές συναλλαγές δεν βρίσκονται πάντοτε σε ένα ενιαίο, άμεσα διασυνδεδεμένο περιβάλλον.

- Καθυστέρηση στην ενημέρωση: Η πραγματική εικόνα μιας επιχείρησης μπορεί να αλλάζει ταχύτερα από όσο ενημερώνονται ορισμένα μητρώα και βάσεις δεδομένων.

- Περιορισμοί των αυτοματοποιημένων ελέγχων: Οι αλγόριθμοι εντοπίζουν ασυνήθιστα μοτίβα, αλλά δεν μπορούν από μόνοι τους να αποδείξουν την ύπαρξη απάτης.

- Διασυνοριακές δυσκολίες: Όταν εμπλέκονται επιχειρήσεις και πρόσωπα σε διαφορετικές χώρες, η ανταλλαγή και η επαλήθευση πληροφοριών μπορεί να είναι πιο αργή και σύνθετη.

- Κυβερνοασφάλεια και προστασία δεδομένων: Όσο περισσότερα κρίσιμα οικονομικά στοιχεία συγκεντρώνονται ψηφιακά, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη προστασίας τους από μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση, αλλοίωση ή διαρροή.

Η ψηφιοποίηση, συνεπώς, δεν καταργεί την ανάγκη για επιτόπιους ελέγχους, διασταύρωση με ανεξάρτητες πηγές και εξειδικευμένη ανθρώπινη αξιολόγηση. Αντίθετα, πρέπει να λειτουργεί συμπληρωματικά με αυτά.


■ Το τελικό σχόλιο: Η ψηφιοποίηση δεν αρκεί, αν δεν ελέγχεται η πραγματικότητα

Η ψηφιακή εποχή παρουσιάστηκε ως ένα ισχυρό εργαλείο διαφάνειας. Και πράγματι, η ηλεκτρονική τιμολόγηση, οι διασταυρώσεις δεδομένων και τα συστήματα ανάλυσης κινδύνου έχουν ενισχύσει σημαντικά τις δυνατότητες των φορολογικών Αρχών.

Όμως υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στην ψηφιακή καταγραφή και στον πραγματικό έλεγχο.

Το γεγονός ότι μια συναλλαγή εμφανίζεται σε μια πλατφόρμα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι πραγματοποιήθηκε. Το γεγονός ότι μια εταιρεία διαθέτει νόμιμη σύσταση και ηλεκτρονικά παραστατικά δεν αποδεικνύει ότι έχει πραγματική επιχειρηματική δραστηριότητα. Και το γεγονός ότι ένα πληροφοριακό σύστημα δεν εντοπίζει μια ύποπτη κίνηση δεν σημαίνει ότι αυτή δεν υπάρχει.

Αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο τρωτό σημείο της ψηφιοποίησης: ο κίνδυνος να θεωρηθεί η πληροφορία ταυτόσημη με την πραγματικότητα.

Τα συστήματα μπορούν να επεξεργάζονται εκατομμύρια δεδομένα, αλλά χρειάζονται αξιόπιστες πηγές, διασύνδεση μητρώων, έγκαιρη ενημέρωση, ανθρώπινη κρίση και φυσικούς ελέγχους για να επιβεβαιώνεται τι πραγματικά συμβαίνει πίσω από τις οθόνες.

Η τεχνολογία μπορεί να εντοπίσει ασυνήθιστες σχέσεις, επαναλαμβανόμενες εταιρικές συμμετοχές και συναλλαγές που δεν συμβαδίζουν με την οικονομική εικόνα μιας επιχείρησης. Δεν μπορεί, όμως, να υποκαταστήσει από μόνη της την έρευνα για τον πραγματικό δικαιούχο, την προέλευση των χρημάτων και την ύπαρξη πραγματικής εμπορικής δραστηριότητας.

Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι απλώς περισσότερη ψηφιοποίηση. Είναι εξυπνότερη ψηφιοποίηση, με διαλειτουργικά συστήματα, αυστηρούς ελέγχους αξιοπιστίας των δεδομένων, προστασία των πληροφοριών και ουσιαστική ανθρώπινη εποπτεία.

Γιατί όσο το οικονομικό έγκλημα εξελίσσεται, τόσο περισσότερο οι ελεγκτικοί μηχανισμοί πρέπει να μπορούν να βλέπουν πέρα από τις ηλεκτρονικές εγγραφές και να αναζητούν την πραγματική οικονομική δραστηριότητα.

Το μαύρο χρήμα δεν εξαφανίζεται επειδή καταγράφεται ψηφιακά. Και η φοροδιαφυγή δεν αντιμετωπίζεται μόνο με πλατφόρμες και αλγορίθμους. Αντιμετωπίζεται όταν οι αριθμοί, τα πρόσωπα, οι εταιρείες και οι πραγματικές συναλλαγές συνδέονται σε μία ενιαία, ελέγξιμη εικόνα.


Παναγιώτης Ράγγος

Λογιστής Φοροτεχνικός  Α΄ Τάξης - 

Πιστοποιημένος Εσωτερικός Ελεγκτή

 

 

 


Συνεργάτες

Mplatsiou