Δευτέρα, Νοε 2026

teliko foronews900

Όταν η φοροδιαφυγή φέρεται να εξελίσσεται επί χρόνια, παρά την ψηφιακή διασύνδεση των επιχειρήσεων με την ΑΑΔΕ, τότε το ερώτημα δεν είναι μόνο ποιος παρανόμησε, αλλά και πώς απέτυχαν οι μηχανισμοί ελέγχου να το εντοπίσουν εγκαίρως.

Για χρόνια, το myDATA παρουσιάστηκε ως ένα από τα σημαντικότερα όπλα της φορολογικής διοίκησης απέναντι στη φοροδιαφυγή. Η ψηφιοποίηση των συναλλαγών, η ηλεκτρονική διαβίβαση των παραστατικών, η διασύνδεση των ταμειακών μηχανών με τα POS και η δυνατότητα άμεσης παρακολούθησης των οικονομικών δεδομένων δημιούργησαν την προσδοκία ότι η εποχή της ανεξέλεγκτης απόκρυψης εισοδημάτων θα αποτελούσε σταδιακά παρελθόν.

Όμως, οι υποθέσεις που αφορούν την Pizza Fan και την αλυσίδα αρτοποιείων «Το Χωριάτικο» έρχονται να θέσουν σοβαρά ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα αυτού του μοντέλου.

Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά από τις έρευνες των αρχών, εξετάζονται καταγγελίες για εκτεταμένη απόκρυψη φορολογητέας ύλης, με πρακτικές που φέρονται να αξιοποιούσαν τεχνολογικά μέσα και ειδικές λειτουργίες συστημάτων παραγγελιοληψίας, ώστε συναλλαγές να μην αποτυπώνονται με τον προβλεπόμενο τρόπο.

Και εδώ αρχίζει το πραγματικά κρίσιμο ζήτημα.

Αν μια επιχείρηση μπορεί να εμφανίζει διαφορετική εικόνα των πραγματικών πωλήσεών της από εκείνη που διαβιβάζεται στις φορολογικές αρχές, τότε τι ακριβώς εγγυάται την αξιοπιστία των δεδομένων που λαμβάνει η ΑΑΔΕ;

Η ψηφιοποίηση δεν σημαίνει αυτομάτως και διαφάνεια

Το myDATA είναι ένα σημαντικό εργαλείο. Δεν αποτελεί, όμως, από μόνο του εγγύηση ότι κάθε πραγματική συναλλαγή καταγράφεται και διαβιβάζεται σωστά.

Ένα σύστημα μπορεί να λειτουργεί τεχνικά άψογα και παρ' όλα αυτά να λαμβάνει ελλιπή ή παραποιημένα δεδομένα από την πηγή.

Εάν μια συναλλαγή δεν καταγραφεί ποτέ στην ταμειακή μηχανή ή εάν ένα παράλληλο λογισμικό μπορεί να επηρεάζει την πραγματική εικόνα των πωλήσεων, η ηλεκτρονική διαβίβαση δεν αρκεί για να αποκαλύψει αυτομάτως την παράβαση.

Επομένως, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να διασυνδέονται οι επιχειρήσεις με την ΑΑΔΕ. Είναι να διασφαλίζεται ότι τα δεδομένα που φτάνουν στο σύστημα ανταποκρίνονται στην πραγματική οικονομική δραστηριότητα.

Και αυτό απαιτεί περισσότερα από ηλεκτρονικές πλατφόρμες και αυτοματοποιημένες διασταυρώσεις.

Πού ήταν οι έλεγχοι όλα αυτά τα χρόνια;

Ένα από τα σοβαρότερα ερωτήματα που προκύπτουν είναι πώς είναι δυνατόν να εξελίσσονται επί μακρόν πρακτικές τέτοιας έκτασης χωρίς να έχουν εντοπιστεί εγκαίρως.

Δεν αρκεί να αποκαλύπτεται μια υπόθεση και να ανακοινώνονται εντυπωσιακά ευρήματα. Χρειάζεται να διερευνηθεί ποιοι μηχανισμοί ελέγχου λειτούργησαν, ποιοι απέτυχαν και εάν υπήρξαν προειδοποιητικά σημάδια που δεν αξιοποιήθηκαν.

Ακόμη πιο ανησυχητικές είναι οι πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί σχετικά με πιθανές διαρροές πληροφοριών από το εσωτερικό των ελεγκτικών υπηρεσιών.

Η ΑΑΔΕ έχει ζητήσει στοιχεία από την Ελληνική Αστυνομία για το ενδεχόμενο εμπλοκής υπαλλήλων της στις καταγγελίες περί πρόωρης ενημέρωσης ελεγχόμενων επιχειρήσεων για επικείμενους ελέγχους.

Πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικά σοβαρό, το οποίο πρέπει να διερευνηθεί μέχρι τέλους, χωρίς προεξόφληση ενοχής οποιουδήποτε προσώπου.

Εάν επιβεβαιωθεί ότι υπήρχε εσωτερική πληροφόρηση, τότε το πρόβλημα δεν θα αφορά μόνο την τεχνολογία, αλλά και την ίδια τη θεσμική αξιοπιστία του ελεγκτικού μηχανισμού.

Τι πρέπει να αλλάξει;

Οι συγκεκριμένες υποθέσεις θα πρέπει να αποτελέσουν αφορμή για μια συνολική επανεξέταση της αποτελεσματικότητας του συστήματος ηλεκτρονικής φορολογικής εποπτείας.

Τουλάχιστον έξι παρεμβάσεις είναι απαραίτητες:

1. Ανεξάρτητος τεχνικός έλεγχος των πιστοποιημένων λογισμικών.

Δεν αρκεί η αρχική πιστοποίηση ενός λογισμικού. Χρειάζονται επαναλαμβανόμενοι έλεγχοι ασφαλείας, δοκιμές ευπάθειας και έλεγχοι του πηγαίου κώδικα, ώστε να διαπιστώνεται εάν υπάρχουν δυνατότητες παράκαμψης ή αλλοίωσης των συναλλαγών.

2. Διασταύρωση πραγματικών παραγγελιών και αποδείξεων.

Ιδιαίτερα στον κλάδο της εστίασης και του delivery, πρέπει να εξετάζεται εάν οι παραγγελίες που καταγράφονται στα συστήματα επιχειρήσεων και πλατφορμών αντιστοιχούν στις αποδείξεις που εκδίδονται και στα ποσά που εισπράττονται.

3. Αυτόματη ανίχνευση ασυνήθιστων αποκλίσεων.

Η ΑΑΔΕ πρέπει να αξιοποιεί εργαλεία ανάλυσης δεδομένων και τεχνητής νοημοσύνης για τον εντοπισμό ασυνήθιστων μοτίβων, όπως μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ παραγγελιών, αγορών πρώτων υλών, εισπράξεων, αποδείξεων και δηλωμένων εσόδων.

4. Ουσιαστικοί και απροειδοποίητοι επιτόπιοι έλεγχοι.

Η ψηφιακή εποπτεία δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον φυσικό έλεγχο. Χρειάζονται στοχευμένοι, απροειδοποίητοι έλεγχοι σε καταστήματα και επιχειρήσεις, με σύγκριση των πραγματικών συναλλαγών με τα ηλεκτρονικά δεδομένα.

5. Αυστηρότερος εσωτερικός έλεγχος στις φορολογικές υπηρεσίες.

Πρέπει να υπάρχει πλήρης καταγραφή της πρόσβασης σε ευαίσθητες πληροφορίες, έλεγχος των υπηρεσιακών ενεργειών, εντοπισμός ύποπτων προσβάσεων και ουσιαστική προστασία των ερευνών από πιθανές διαρροές.

6. Προστασία όσων καταγγέλλουν φορολογικές παραβάσεις.

Οι εργαζόμενοι και οι πολίτες που γνωρίζουν τι συμβαίνει στο εσωτερικό μιας επιχείρησης πρέπει να μπορούν να καταγγέλλουν με ασφάλεια, χωρίς φόβο αντιποίνων. Οι καταγγελίες πρέπει να αξιολογούνται εγκαίρως, να υπάρχει δυνατότητα παρακολούθησης της εξέλιξής τους και να προβλέπεται ουσιαστικός έλεγχος όταν δεν προχωρούν.

Το πραγματικό στοίχημα δεν είναι η ψηφιοποίηση, αλλά η αξιοπιστία

Υπάρχει και μια ακόμη διάσταση που δεν πρέπει να παραβλέψουμε.

Χιλιάδες μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις προσπαθούν καθημερινά να ανταποκριθούν στις φορολογικές και ασφαλιστικές τους υποχρεώσεις. Πληρώνουν φόρους, ΦΠΑ, εισφορές, λειτουργικά έξοδα και καλούνται να προσαρμόζονται συνεχώς σε νέες ψηφιακές απαιτήσεις.

Δεν είναι δυνατόν η φορολογική διοίκηση να εξαντλεί την αυστηρότητά της στον μικρό επαγγελματία για κάθε τυπική παράβαση και ταυτόχρονα να μην μπορεί να εντοπίζει έγκαιρα ενδεχόμενες οργανωμένες πρακτικές μεγάλης φοροδιαφυγής.

Η φορολογική δικαιοσύνη προϋποθέτει ίση αντιμετώπιση όλων, ανεξαρτήτως μεγέθους και οικονομικής ισχύος.

Οι υποθέσεις Pizza Fan και «Το Χωριάτικο» δεν αποδεικνύουν από μόνες τους ότι το myDATA είναι αποτυχημένο. Αποδεικνύουν, όμως, ότι κανένα ψηφιακό σύστημα δεν είναι αδιάβλητο όταν δεν συνοδεύεται από αποτελεσματικούς ελέγχους, τεχνολογικές δικλίδες ασφαλείας και πραγματική λογοδοσία.

Το ζητούμενο πλέον δεν είναι να διαφημίζουμε πόσο ψηφιακό έγινε το φορολογικό κράτος. Είναι να αποδείξουμε πόσο αποτελεσματικό, δίκαιο και αξιόπιστο είναι.

Και αυτό δεν θα αποδειχθεί με ανακοινώσεις και παρουσιάσεις νέων ψηφιακών εφαρμογών, αλλά με την ικανότητα του κράτους να εντοπίζει τη φοροδιαφυγή πριν αυτή εξελιχθεί σε υπόθεση εκατομμυρίων.

Γιατί, τελικά, το ερώτημα που περιμένει απάντηση είναι απλό:

Αν το κράτος γνωρίζει σχεδόν τα πάντα για τις συναλλαγές του μικρού επαγγελματία, γιατί δεν καταφέρνει πάντα να βλέπει εγκαίρως τι συμβαίνει στις μεγάλες επιχειρηματικές δραστηριότητες;


Παναγιώτης Ράγγος

Λογιστής Φοροτεχνικός  Α΄ Τάξης - 

Πιστοποιημένος Εσωτερικός Ελεγκτή

 

 

 


Συνεργάτες