teliko foronews900

1. Τι θεωρείται προσαύξηση περιουσίας

Η προσαύξηση περιουσίας αποτελεί αντικείμενο φορολογικού ελέγχου όταν διαπιστώνεται αύξηση της περιουσίας ή χρηματική πίστωση που δεν δικαιολογείται επαρκώς από τα γνωστά και δηλωμένα οικονομικά στοιχεία του φορολογουμένου.

Βασική διάταξη είναι το άρθρο 21 παρ. 4 του ν. 4172/2013, σε συνδυασμό με τις σχετικές ερμηνευτικές διευκρινίσεις της ΑΑΔΕ και τη νομολογία. Ειδικότερα, η ΠΟΛ.1175/2017 παρέχει διευκρινίσεις για τον έλεγχο προσαύξησης περιουσίας και επισημαίνει τη σημασία του εντοπισμού του χρόνου και της πραγματικής αιτίας της περιουσιακής αύξησης.

Το γεγονός ότι ένα ποσό εμφανίζεται σε τραπεζικό λογαριασμό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι αποτελεί φορολογητέο εισόδημα. Πρέπει να εξετάζεται αν πρόκειται για νέο εισόδημα, μεταφορά ήδη υπαρχόντων χρημάτων, δάνειο, επιστροφή χρημάτων, τίμημα πώλησης, δωρεά ή άλλη αιτία.

Ενδεικτικά, ο έλεγχος μπορεί να αφορά:

  • Καταθέσεις μετρητών ή εισερχόμενα εμβάσματα.
  • Αγορά ακινήτου, οχήματος ή άλλου περιουσιακού στοιχείου.
  • Ποσά που δεν συμφωνούν εμφανώς με τα δηλωμένα εισοδήματα.
  • Μεταφορές μεταξύ λογαριασμών του ίδιου προσώπου.
  • Χρηματικές μεταφορές μεταξύ συγγενών.
  • Δάνεια, επιστροφές οφειλών ή χρηματοδότηση σημαντικών δαπανών.

Η κρίσιμη ερώτηση είναι ποια είναι η πραγματική προέλευση του ποσού και με ποια στοιχεία αποδεικνύεται.

2. Πώς ξεκινά και πώς διενεργείται ο φορολογικός έλεγχος

Το πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου καθορίζεται κυρίως από τα άρθρα 27–34 του ν. 5104/2024, όπως ισχύει. Η φορολογική διοίκηση μπορεί να επιλέξει υποθέσεις προς έλεγχο βάσει των νόμιμων κριτηρίων και να ζητήσει πληροφορίες ή έγγραφα που σχετίζονται με τη φορολογική υποχρέωση.

Στην πράξη, ο έλεγχος μπορεί να περιλαμβάνει:

  1. Εξέταση φορολογικών δηλώσεων και δηλωθέντων εισοδημάτων.
  2. Διασταύρωση τραπεζικών κινήσεων και άλλων διαθέσιμων πληροφοριών.
  3. Έλεγχο αγορών, πωλήσεων και μεταβολών περιουσίας.
  4. Εξέταση δανείων, δωρεών, γονικών παροχών και μεταφορών χρημάτων.
  5. Σύγκριση εισοδημάτων, δαπανών, αποταμιεύσεων και διαθέσιμης ρευστότητας.
  6. Αίτημα παροχής εξηγήσεων και προσκόμισης αποδεικτικών στοιχείων.

Ο έλεγχος πρέπει να αφορά τη συγκεκριμένη φορολογική περίοδο και να λαμβάνει υπόψη τον χρόνο κατά τον οποίο δημιουργήθηκε η περιουσιακή αύξηση. Η μεταγενέστερη μεταφορά ενός ήδη υπάρχοντος ποσού από έναν λογαριασμό σε άλλον δεν αποτελεί από μόνη της νέα προσαύξηση περιουσίας.

Η ΠΟΛ.1175/2017 επισημαίνει ότι ο κρίσιμος χρόνος πρέπει να προσδιορίζεται με πρόσφορα και επαρκή στοιχεία, τα οποία μπορεί να περιλαμβάνουν την εξέταση των τραπεζικών κινήσεων, την αναζήτηση πληροφοριών από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και την κλήση του φορολογουμένου για εξηγήσεις.

3. Οι έμμεσες τεχνικές προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης

Το άρθρο 32 του ν. 5104/2024 προβλέπει πέντε βασικές τεχνικές έμμεσου προσδιορισμού της φορολογητέας ύλης. Η εφαρμογή τους προϋποθέτει τις νόμιμες προϋποθέσεις και ειδική αιτιολόγηση για την επιλογή της συγκεκριμένης μεθόδου.

3.1. Αρχή των αναλογιών

Η φορολογητέα ύλη μπορεί να προσδιοριστεί βάσει κατάλληλων αναλογιών που προκύπτουν από τα οικονομικά δεδομένα της υπόθεσης.

Παράδειγμα: Σε επιχείρηση εξετάζονται το κόστος των προϊόντων, οι ποσότητες και οι πωλήσεις, προκειμένου να αξιολογηθεί αν τα δηλωθέντα έσοδα είναι συμβατά με τα πραγματικά δεδομένα.

3.2. Ανάλυση ρευστότητας

Εξετάζονται οι πηγές χρηματοδότησης και οι χρήσεις των χρημάτων: εισροές, εκροές, δαπάνες, αποταμιεύσεις και διαθέσιμα κεφάλαια.

Παράδειγμα: Φορολογούμενος με δηλωμένο εισόδημα 20.000 ευρώ πραγματοποιεί αγορές και πληρωμές σημαντικά υψηλότερες. Ο έλεγχος μπορεί να εξετάσει αν αυτές καλύπτονται από προηγούμενες αποταμιεύσεις, δάνειο, πώληση περιουσίας ή άλλη αποδεδειγμένη πηγή.

3.3. Ανάλυση καθαρής θέσης

Συγκρίνεται η περιουσιακή κατάσταση στην αρχή και στο τέλος της περιόδου, λαμβάνοντας υπόψη περιουσιακά στοιχεία, υποχρεώσεις και τις μεταβολές τους.

Παράδειγμα: Εμφανίζεται αύξηση καταθέσεων και ταυτόχρονα αγορά ακινήτου. Ο έλεγχος εξετάζει αν η μεταβολή καλύπτεται από εισοδήματα, αποταμιεύσεις, πώληση άλλου περιουσιακού στοιχείου ή άλλη τεκμηριωμένη πηγή.

3.4. Σχέση της τιμής πώλησης προς τον συνολικό όγκο κύκλου εργασιών

Εξετάζεται η σχέση των τιμών πώλησης, των ποσοτήτων και του συνολικού κύκλου εργασιών, ιδίως σε υποθέσεις επιχειρηματικής δραστηριότητας.

3.5. Ύψος τραπεζικών καταθέσεων και δαπανών σε μετρητά

Εξετάζονται τραπεζικές πιστώσεις, αναλήψεις, μεταφορές και δαπάνες σε μετρητά. Η μέθοδος δεν επιτρέπει να θεωρείται αυτομάτως κάθε πίστωση νέο εισόδημα χωρίς να εξετάζεται η αιτία της.

Παράδειγμα: Μεταφορά 15.000 ευρώ από έναν προσωπικό λογαριασμό σε άλλον προσωπικό λογαριασμό δεν αποτελεί από μόνη της νέα περιουσιακή αύξηση, εφόσον τεκμηριώνεται ότι πρόκειται για τα ίδια χρήματα.

Βασικός κανόνας: Η φορολογική διοίκηση οφείλει να αιτιολογεί στο σημείωμα διαπιστώσεων και στην έκθεση ελέγχου τόσο τον λόγο εφαρμογής έμμεσης τεχνικής όσο και την επιλογή της συγκεκριμένης μεθόδου.

4. Τι κοινοποιείται στον φορολογούμενο

Στη συνήθη διαδικασία του άρθρου 33 του ν. 5104/2024, όταν τα ευρήματα οδηγούν σε πιθανή διαφοροποίηση της φορολογικής υποχρέωσης, η φορολογική διοίκηση κοινοποιεί:

4.1. Σημείωμα διαπιστώσεων

Περιλαμβάνει τις βασικές διαπιστώσεις του ελέγχου. Ο φορολογούμενος πρέπει να εξετάσει ποια ποσά αμφισβητούνται, για ποια περίοδο και με ποια αιτιολογία.

4.2. Προσωρινό διορθωτικό προσδιορισμό φόρου

Αναφέρει τον προσωρινό υπολογισμό της φορολογικής υποχρέωσης. Δεν αποτελεί ακόμη την οριστική πράξη καταλογισμού.

4.3. Πρόσβαση στα έγγραφα του ελέγχου

Ο φορολογούμενος μπορεί να ζητήσει αντίγραφα των εγγράφων στα οποία στηρίζεται ο προσωρινός προσδιορισμός, ώστε να γνωρίζει ποια στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν και πώς προέκυψε το ποσό.

4.4. Προθεσμία για γραπτές απόψεις

Κατά τη συνήθη διαδικασία του άρθρου 33, ο φορολογούμενος έχει 20 ημέρες από την κοινοποίηση του σημειώματος διαπιστώσεων και του προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού φόρου για να υποβάλει γραπτώς τις απόψεις του.

Οι απόψεις πρέπει να απαντούν συγκεκριμένα στα ευρήματα και να συνοδεύονται, όπου είναι δυνατό, από σχετικά έγγραφα.

4.5. Οριστική πράξη και έκθεση ελέγχου

Μέσα σε ένα μήνα από την παραλαβή των απόψεων ή τη λήξη της σχετικής προθεσμίας, η φορολογική διοίκηση εκδίδει, κατά τη συνήθη διαδικασία, την οριστική πράξη προσδιορισμού φόρου.

Η έκθεση ελέγχου πρέπει να αιτιολογεί τα πραγματικά περιστατικά, τα στοιχεία και τις διατάξεις που λήφθηκαν υπόψη. Στην οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού δεν μπορεί, κατά το άρθρο 33, να προσδιοριστεί φόρος υψηλότερος από εκείνον του αντίστοιχου προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού.

Υπάρχει ειδική περίπτωση: αν τα αποτελέσματα του ελέγχου δεν διαφοροποιούνται από όσα δήλωσε ο φορολογούμενος, το άρθρο 33 προβλέπει ότι δεν ακολουθείται η διαδικασία των παραπάνω παραγράφων και κοινοποιείται η έκθεση ελέγχου.

Οι ειδικές υποθέσεις που υπάγονται σε διαφορετική διαδικασία πρέπει να εξετάζονται βάσει της ειδικής διάταξης που εφαρμόζεται στην κάθε περίπτωση.

5. Τι πρέπει να κάνει ο φορολογούμενος κατά τον έλεγχο

Με την παραλαβή εγγράφου από τη φορολογική διοίκηση, ο φορολογούμενος πρέπει να ενεργήσει εγκαίρως και με τεκμηριωμένο τρόπο.

  1. Να καταγράψει την ημερομηνία και τον τρόπο κοινοποίησης.
  2. Να διαβάσει προσεκτικά ποια ποσά και ποια φορολογική περίοδος ελέγχονται.
  3. Να ζητήσει αντίγραφα των εγγράφων στα οποία βασίζεται ο προσωρινός καταλογισμός, αν χρειάζονται.
  4. Να καταρτίσει πίνακα των επίμαχων συναλλαγών με ημερομηνίες, ποσά, λογαριασμούς και αιτίες.
  5. Να συγκεντρώσει τραπεζικά παραστατικά, συμβάσεις, αποδείξεις πώλησης, στοιχεία δανείου ή άλλα σχετικά έγγραφα.
  6. Να υποβάλει γραπτές απόψεις εντός της νόμιμης προθεσμίας.
  7. Να εξετάσει με φοροτεχνικό ή δικηγόρο τις ενδεδειγμένες ενέργειες, ιδίως όταν υπάρχουν μεγάλα ποσά, έμμεσες τεχνικές ή σύνθετες συναλλαγές.

Δεν αρκεί μια γενική δήλωση ότι τα χρήματα προέρχονται από νόμιμη πηγή. Η απάντηση πρέπει, όσο είναι δυνατόν, να συνδέει κάθε αμφισβητούμενη πίστωση με συγκεκριμένο αποδεικτικό στοιχείο.

6. Τι γίνεται αν ο φορολογούμενος διαφωνεί με την οριστική πράξη

Ο φορολογούμενος που αμφισβητεί την οριστική πράξη μπορεί, εφόσον απαιτείται και συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, να ασκήσει ενδικοφανή προσφυγή στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ).

Κατά κανόνα, το άρθρο 72 του ν. 5104/2024 προβλέπει προθεσμία 30 ημερών από την κοινοποίηση της πράξης και 60 ημερών για φορολογουμένους κατοίκους εξωτερικού. Οι προθεσμίες αυτές αναστέλλονται από 1 έως 31 Αυγούστου, σύμφωνα με τη διάταξη. Υπάρχουν εξαιρέσεις, γι’ αυτό πρέπει να ελέγχεται η ακριβής κατηγορία της διαφοράς.

Η προσφυγή πρέπει να αναφέρει τους συγκεκριμένους λόγους αμφισβήτησης και τα σχετικά έγγραφα. Η διαδικασία αυτή είναι διαφορετική από τις γραπτές απόψεις που υποβάλλονται στο προηγούμενο στάδιο των 20 ημερών.

Η ΔΕΔ αποφασίζει κατά κανόνα εντός 120 ημερών, με τις προβλεπόμενες από τον νόμο εξαιρέσεις και δυνατότητες παράτασης. Αν δεν εκδοθεί απόφαση εντός της εφαρμοστέας προθεσμίας, ισχύει η συνέπεια της σιωπηρής απόρριψης που προβλέπει ο νόμος.

Η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής δεν πρέπει να θεωρείται ότι αναστέλλει αυτομάτως όλες τις υποχρεώσεις πληρωμής. Τυχόν αίτημα αναστολής και οι επόμενες δικαστικές ενέργειες απαιτούν χωριστό έλεγχο των προϋποθέσεων και προθεσμιών.

7. Παραδείγματα ελέγχου προσαύξησης περιουσίας

Τα παραδείγματα είναι υποθετικά και αποτυπώνουν πιθανούς χειρισμούς. Δεν προδικάζουν το αποτέλεσμα πραγματικής υπόθεσης.

Παράδειγμα 1: Μεταφορά μεταξύ προσωπικών λογαριασμών

Φορολογούμενος μεταφέρει 15.000 ευρώ από έναν δικό του τραπεζικό λογαριασμό σε δεύτερο λογαριασμό του.

Τι εξετάζει ο ελεγκτής: Τη χρέωση και την πίστωση, τις ημερομηνίες και τους δικαιούχους των λογαριασμών.

Τι προσκομίζει ο φορολογούμενος: Τα παραστατικά που αποδεικνύουν ότι πρόκειται για μεταφορά των ίδιων χρημάτων.

Αξιολόγηση: Αν τεκμηριώνεται η ταυτότητα της χρηματικής ροής, η πίστωση στον δεύτερο λογαριασμό δεν αποτελεί αυτοτελώς νέο εισόδημα.

Παράδειγμα 2: Κατάθεση μετρητών 25.000 ευρώ

Φορολογούμενος καταθέτει 25.000 ευρώ, ενώ οι δηλώσεις του εμφανίζουν χαμηλά εισοδήματα.

Τι εξετάζει ο ελεγκτής: Αν το ποσό προέρχεται από αποταμιεύσεις, ανάληψη που είχε προηγηθεί, πώληση περιουσιακού στοιχείου, δάνειο ή άλλη πηγή.

Τι προσκομίζει ο φορολογούμενος: Τραπεζικές κινήσεις, συμβόλαιο πώλησης ή άλλα στοιχεία που τεκμηριώνουν την αιτία της κατάθεσης.

Αξιολόγηση: Η κατάθεση χρειάζεται ενδεχομένως εξήγηση, αλλά δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι πρόκειται για αδήλωτο εισόδημα.

Παράδειγμα 3: Μηνιαίο χαρτζιλίκι από γονέα προς παιδί

Γονέας μεταφέρει κάθε μήνα χρήματα στο παιδί του για μετακινήσεις, φαγητό και καθημερινά έξοδα.

Τι εξετάζεται: Η πραγματική αιτία, η συχνότητα, το ύψος και το συνολικό πλαίσιο των μεταφορών.

Τι μπορεί να κάνει η οικογένεια: Να διατηρεί τα στοιχεία των μεταφορών και να μπορεί να εξηγήσει ότι πρόκειται για καθημερινά έξοδα, εφόσον αυτή είναι η πραγματική αιτία.

Αξιολόγηση: Οι διευκρινίσεις της ΑΑΔΕ για μικροποσά και χαρτζιλίκι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Δεν υπάρχει, όμως, γενικό αριθμητικό όριο κάτω από το οποίο κάθε μεταφορά είναι αυτομάτως αφορολόγητη.

Παράδειγμα 4: Μεγάλη μεταφορά από γονέα για αγορά ακινήτου

Γονέας μεταφέρει στο παιδί του 100.000 ευρώ για την αγορά ακινήτου.

Τι εξετάζεται: Η πραγματική αιτία της μεταφοράς, η διαδρομή των χρημάτων, ο χρόνος της μεταφοράς και η τήρηση των απαιτήσεων φορολογίας δωρεάς ή γονικής παροχής.

Τι πρέπει να κάνει ο φορολογούμενος: Να ελέγξει εγκαίρως αν απαιτείται δήλωση, να διατηρήσει τα τραπεζικά στοιχεία και να συνδέσει τη χρηματική παροχή με την αγορά.

Αξιολόγηση: Μια μεγάλη χρηματοδότηση για αγορά περιουσιακού στοιχείου δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται αυτομάτως ως απλό χαρτζιλίκι.

Παράδειγμα 5: Δάνειο από συγγενή ή φίλο

Φορολογούμενος λαμβάνει 20.000 ευρώ και υποστηρίζει ότι πρόκειται για δάνειο.

Τι εξετάζεται: Αν υπήρχε πραγματική δανειακή σχέση, ποιος κατέβαλε τα χρήματα, ποιοι ήταν οι όροι και ποια έγγραφα ή τραπεζικά στοιχεία τεκμηριώνουν τη συναλλαγή.

Τι πρέπει να κάνει ο φορολογούμενος: Να προσκομίσει τα διαθέσιμα αποδεικτικά. Μια εκ των υστέρων γενική δήλωση ότι «ήταν δάνειο» μπορεί να μην αρκεί.

Παράδειγμα 6: Δαπάνες υψηλότερες από τα δηλωμένα εισοδήματα

Φορολογούμενος δηλώνει εισόδημα 20.000 ευρώ, αλλά αγοράζει αυτοκίνητο και πραγματοποιεί άλλες σημαντικές δαπάνες.

Τι εξετάζει ο ελεγκτής: Αν οι δαπάνες καλύπτονται από αποταμιεύσεις προηγούμενων ετών, δάνειο, πώληση περιουσιακού στοιχείου ή άλλη αποδεδειγμένη πηγή. Εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, μπορεί να εξετάσει την εφαρμογή έμμεσης τεχνικής προσδιορισμού φορολογητέας ύλης.

Τι πρέπει να κάνει ο φορολογούμενος: Να παρουσιάσει τα στοιχεία που τεκμηριώνουν την πραγματική πηγή χρηματοδότησης και να ελέγξει τη μέθοδο και τους υπολογισμούς του ελέγχου.

8. Μικροποσά, χαρτζιλίκι και IRIS: τι έχει διευκρινίσει η ΑΑΔΕ

Στις 20 Ιανουαρίου 2026 δημοσιεύθηκε διευκρίνιση της ΑΑΔΕ σχετικά με το χαρτζιλίκι μέσω IRIS. Σύμφωνα με την αναφερόμενη διευκρίνιση, μεταφορές από γονείς προς παιδιά για μικρά έξοδα και συνήθεις ανάγκες διαβίωσης, ιδίως όταν πρόκειται για εξαρτώμενα τέκνα, δεν αντιμετωπίζονται ως δωρεές για τις συγκεκριμένες περιστάσεις και δεν απαιτείται δήλωση μέσω myPROPERTY για το χαρτζιλίκι αυτό.

Στις 13 Αυγούστου 2026 δημοσιεύθηκε νέα διευκρίνιση σχετικά με μεταφορές χρημάτων μεταξύ συγγενών και οικείων προσώπων. Σύμφωνα με το κείμενο που αναπαράχθηκε από ειδησεογραφικά μέσα, μικρά ποσά που μεταφέρονται σε τραπεζικούς λογαριασμούς, μέσω IRIS ή άλλου τρόπου, δεν αποτελούν αντικείμενο ιδιαίτερου φορολογικού ενδιαφέροντος, εκτός αν διαπιστώνεται συγκεκριμένο μοτίβο καταχρηστικής πρακτικής.

Η διευκρίνιση αυτή δεν θεσπίζει ένα γενικό αριθμητικό όριο ούτε απαλλάσσει κάθε μεταφορά μεταξύ συγγενών. Χρειάζεται διάκριση ανάμεσα σε:

  • Συνηθισμένο χαρτζιλίκι και μικρά έξοδα διαβίωσης.
  • Μεγάλες χρηματικές παροχές για αγορά περιουσιακών στοιχείων.
  • Μεταφορές που συνδέονται με επαγγελματική δραστηριότητα ή άλλη οικονομική συναλλαγή.
  • Πραγματικές δωρεές ή γονικές παροχές που υπάγονται στη φορολογία κεφαλαίου.

Δεν υπάρχει γενικό χρηματικό όριο που να καθιστά κάθε μεταφορά κάτω από αυτό αυτομάτως αφορολόγητη. Η πραγματική αιτία και τα συγκεκριμένα περιστατικά είναι καθοριστικά.

9. Δωρεές και γονικές παροχές: ξεχωριστό φορολογικό ζήτημα

Οι δωρεές και οι γονικές παροχές δεν ταυτίζονται με εισόδημα από εργασία ή επιχειρηματική δραστηριότητα, αλλά μπορεί να υπόκεινται στους κανόνες φορολογίας περιουσίας.

Το σχετικό πλαίσιο έχει κωδικοποιηθεί στον ν. 5219/2025, Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας. Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση της ΑΑΔΕ, η φορολογική μεταχείριση εξαρτάται από τη συγγενική σχέση, το είδος της παροχής, την αξία και την τήρηση των νόμιμων προϋποθέσεων.

Για δωρεές ή γονικές παροχές προς δικαιούχους της Α΄ κατηγορίας εφαρμόζεται, υπό τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις, το αφορολόγητο των 800.000 ευρώ και φόρος 10% στο υπερβάλλον ποσό. Για χρηματικές παροχές είναι κρίσιμη η αποδεδειγμένη μεταφορά μέσω χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Για άλλες κατηγορίες συγγενών ισχύουν διαφορετικοί κανόνες.

Το όριο των 800.000 ευρώ δεν αποτελεί γενική απαλλαγή κάθε μεταφοράς χρημάτων μεταξύ συγγενών. Πρέπει να ελέγχονται η κατηγορία συγγένειας, οι προϋποθέσεις, οι προηγούμενες παροχές που συνυπολογίζονται και η απαιτούμενη τεκμηρίωση.

Κάλυψη τεκμηρίων με ποσά από δωρεά ή γονική παροχή

Η εγκύκλιος Ε.2009/14.02.2025 της ΑΑΔΕ διευκρινίζει ότι, όταν ποσά που επικαλείται ο φορολογούμενος για τη μείωση της διαφοράς τεκμαρτού και συνολικού εισοδήματος προέρχονται από δωρεά ή γονική παροχή και η σχετική δήλωση υποβλήθηκε μετά τη λήξη του έτους της δαπάνης, πρέπει να αποδεικνύεται ότι τα χρήματα εισπράχθηκαν πριν από τη δαπάνη και ότι φορολογήθηκαν ή απαλλάχθηκαν από τη φορολογία κεφαλαίου.

Γι’ αυτό, όταν η χρηματική παροχή προορίζεται για αγορά ακινήτου, αυτοκινήτου ή άλλη σημαντική δαπάνη, είναι σημαντικό να ελέγχονται εγκαίρως οι απαιτήσεις δήλωσης και τεκμηρίωσης.

10. Ποια έγγραφα μπορεί να αποδεικνύουν την προέλευση των χρημάτων

Ανάλογα με την αιτία της συναλλαγής, χρήσιμα αποδεικτικά μπορεί να είναι:

  • Τραπεζικές κινήσεις και παραστατικά μεταφοράς.
  • Συμβόλαια πώλησης ακινήτου ή άλλου περιουσιακού στοιχείου.
  • Έγγραφα δανείου και αποδεικτικά εκταμίευσης ή αποπληρωμής.
  • Στοιχεία επιστροφής χρημάτων ή εξόφλησης οφειλής.
  • Δηλώσεις δωρεάς ή γονικής παροχής, όπου απαιτούνται.
  • Στοιχεία εισοδημάτων και παλαιότερων αποταμιεύσεων.
  • Κληρονομικά έγγραφα, όταν πρόκειται για κληρονομιά.
  • Άλλα νόμιμα στοιχεία που συνδέουν τη συγκεκριμένη πίστωση με την πραγματική πηγή της.

Δεν απαιτούνται όλα τα έγγραφα σε κάθε περίπτωση. Το ζητούμενο είναι να υπάρχει επαρκής και συνεκτική τεκμηρίωση για την πραγματική αιτία κάθε επίμαχης συναλλαγής.

11. Συμπέρασμα

Η προσαύξηση περιουσίας δεν κρίνεται μόνο από το ύψος μιας κατάθεσης ή από το γεγονός ότι τα δηλωθέντα εισοδήματα είναι χαμηλότερα από τις εμφανιζόμενες κινήσεις. Χρειάζεται εξέταση της πραγματικής προέλευσης των χρημάτων, του χρόνου κατά τον οποίο αποκτήθηκαν, της διαδρομής τους και των αποδεικτικών στοιχείων.

Η φορολογική διοίκηση μπορεί να διενεργεί ελέγχους και, όταν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, να εφαρμόζει έμμεσες τεχνικές προσδιορισμού φορολογητέας ύλης. Οφείλει όμως να αιτιολογεί την εφαρμογή της μεθόδου και τα ευρήματα που στηρίζουν τον καταλογισμό.

Ο φορολογούμενος πρέπει να εξετάζει προσεκτικά τις κοινοποιήσεις, να ζητά τα έγγραφα στα οποία στηρίζεται ο προσωρινός προσδιορισμός, να απαντά τεκμηριωμένα και να τηρεί τις προθεσμίες. Αν διαφωνεί με την οριστική πράξη, πρέπει να ελέγξει εγκαίρως τα διαθέσιμα διοικητικά και δικαστικά μέσα.

Στα μικροποσά και στο συνηθισμένο χαρτζιλίκι πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διευκρινίσεις της ΑΑΔΕ, χωρίς να δημιουργούνται ανύπαρκτα αριθμητικά όρια ή γενικές απαλλαγές. Στις μεγάλες παροχές, στις αγορές περιουσιακών στοιχείων και στις πραγματικές δωρεές ή γονικές παροχές, η έγκαιρη συμμόρφωση με τις σχετικές φορολογικές διαδικασίες είναι ιδιαίτερα σημαντική.

Το άρθρο παρέχει γενική ενημέρωση και δεν υποκαθιστά εξατομικευμένη φορολογική ή νομική συμβουλή. Σε πραγματικό έλεγχο πρέπει να εξετάζονται το συγκεκριμένο έγγραφο κοινοποίησης, η εφαρμοστέα διάταξη, το φορολογικό έτος και οι ειδικές προθεσμίες της υπόθεσης.


Παναγιώτης Ράγγος

Λογιστής Φοροτεχνικός  Α΄ Τάξης - 

Πιστοποιημένος Εσωτερικός Ελεγκτή

 

 

 


Συνεργάτες