Φόρο..γνώμες: Η προστιμολαγνία στην Ελλάδα:Στόχος η φορολογική συμμόρφωση, όχι η εξόντωση των φορολογουμένων Επικαιρότητα Ώρα να αλλάξει η φιλοσοφία της φορολογικής διοίκησης: Τα πρόστιμα πρέπει να διορθώνουν τη συμπεριφορά, όχι να μετατρέπονται σε παγίδα οικονομικής εξόντωσης για πολίτες και επιχειρήσεις. Υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα σε ένα φορολογικό σύστημα που επιδιώκει να εισπράττει δίκαια τους φόρους και σε ένα σύστημα που κάνει τον φορολογούμενο να αισθάνεται ότι κάθε λάθος μπορεί να αποδειχθεί οικονομικά καταστροφικό. Στην Ελλάδα, η συζήτηση για τα φορολογικά πρόστιμα και την αυστηρότητα των κυρώσεων επαναφέρει ένα ουσιαστικό ερώτημα: Μήπως ήρθε η ώρα να περάσουμε από τη λογική της τιμωρίας στη λογική της συμμόρφωσης; Η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής είναι αναγκαία. Τα δημόσια έσοδα χρηματοδοτούν την υγεία, την παιδεία, τις υποδομές και τις κοινωνικές υπηρεσίες. Όποιος αποκρύπτει συστηματικά εισοδήματα ή οργανώνει την εξαπάτηση του Δημοσίου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με επιείκεια. Το ίδιο το κράτος, όμως, οφείλει να διακρίνει την οργανωμένη και δόλια φοροδιαφυγή από ένα τυπικό λάθος, μια ακούσια παράλειψη ή μια καθυστέρηση στην εκπλήρωση μιας διοικητικής υποχρέωσης. Είναι λογικό να αντιμετωπίζονται όλες αυτές οι περιπτώσεις με την ίδια αυστηρότητα; Και, κυρίως, εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον όταν μια κύρωση είναι δυσανάλογη προς τη βαρύτητα της παράβασης; Όταν το πρόστιμο γίνεται μεγαλύτερο πρόβλημα από την παράβαση Για έναν μεγάλο επιχειρηματικό όμιλο, ένα διοικητικό πρόστιμο μπορεί να αποτελεί ένα διαχειρίσιμο κόστος. Για έναν ελεύθερο επαγγελματία, έναν μικρό έμπορο ή μια οικογενειακή επιχείρηση, η ίδια οικονομική επιβάρυνση μπορεί να απειλήσει τη βιωσιμότητά τους. Όταν μια επιχείρηση αναγκάζεται να διαθέσει σημαντικούς πόρους για να αντιμετωπίσει μια δυσανάλογη κύρωση, περιορίζονται τα χρήματα που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στην παραγωγή, στις επενδύσεις, στην πληρωμή προμηθευτών ή στη διατήρηση θέσεων εργασίας. Αν η οφειλή συσσωρεύεται με προσαυξήσεις και επιβαρύνσεις, ένα αρχικά διαχειρίσιμο πρόβλημα μπορεί να εξελιχθεί σε αδιέξοδο. Το αποτέλεσμα δεν είναι απαραίτητα η καλύτερη φορολογική συμμόρφωση. Μπορεί να είναι η αδυναμία πληρωμής, η συσσώρευση ληξιπρόθεσμων οφειλών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η διακοπή μιας οικονομικής δραστηριότητας που θα μπορούσε να συνεχίσει να παράγει εισόδημα και να καταβάλλει φόρους. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να καταργηθούν τα πρόστιμα. Σημαίνει ότι πρέπει να υπηρετούν έναν σαφή σκοπό: να αποτρέπουν τις παραβάσεις, να διορθώνουν τη συμπεριφορά και να διασφαλίζουν τη δίκαιη κατανομή των φορολογικών βαρών. Η αποτελεσματικότητα ενός φορολογικού συστήματος δεν μετριέται από το πόσο βαριά τιμωρεί, αλλά από το πόσο αποτελεσματικά εξασφαλίζει ότι οι φόροι καταβάλλονται. Η φοροδιαφυγή παραμένει πρόβλημα — αλλά η λύση δεν είναι μόνο η αυστηρότητα Τα στοιχεία δείχνουν ότι η Ελλάδα έχει σημειώσει πρόοδο στην είσπραξη του ΦΠΑ, χωρίς να έχει εξαλείψει το πρόβλημα της μη συμμόρφωσης. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η εκτιμώμενη απώλεια εσόδων ΦΠΑ λόγω μη συμμόρφωσης στην Ελλάδα ανήλθε το 2023 σε περίπου 2,53 δισ. ευρώ, ή στο 11,4% των δυνητικών εσόδων ΦΠΑ. Το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 24% το 2019, ενώ ο μέσος όρος της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2023 διαμορφώθηκε στο 9,5%. Τα στοιχεία αυτά, από την έκθεση VAT Gap in Europe – Report 2025, αναδεικνύουν δύο πραγματικότητες: η πρόοδος είναι σημαντική, αλλά υπάρχουν ακόμη περιθώρια βελτίωσης. Η απάντηση, ωστόσο, δεν μπορεί να εξαντλείται στην αυστηροποίηση των κυρώσεων. Χρειάζονται στοχευμένοι έλεγχοι, διασταυρώσεις δεδομένων, ψηφιακά εργαλεία, απλούστερες διαδικασίες και καλύτερη ενημέρωση των φορολογουμένων. Η ψηφιοποίηση μπορεί να βοηθήσει το κράτος να εντοπίζει με μεγαλύτερη ακρίβεια τις παραβάσεις, αντί να επιβαρύνει αδιακρίτως όσους παρουσιάζουν μια τυπική αστοχία. Η επιτυχία πρέπει να κρίνεται από τα έσοδα που πράγματι εισπράττονται, τη μείωση της φοροδιαφυγής, την έγκαιρη υποβολή των δηλώσεων και την υποχώρηση των ληξιπρόθεσμων οφειλών. Όχι απλώς από τον αριθμό των προστίμων που βεβαιώνονται. Χρειάζεται ένα σύστημα κυρώσεων με αναλογικότητα και κοινή λογική Μια σύγχρονη φορολογική διοίκηση οφείλει να αναγνωρίζει ότι δεν έχουν όλες οι παραβάσεις την ίδια βαρύτητα και ότι δεν υπάρχει πάντα η ίδια υπαιτιότητα. Άλλο είναι η συστηματική απόκρυψη εισοδήματος, άλλο η εικονική τιμολόγηση και άλλο ένα πρώτο, ακούσιο διαδικαστικό λάθος που διορθώνεται αμέσως, χωρίς απώλεια φορολογικών εσόδων. Ένα δικαιότερο μοντέλο θα μπορούσε να στηρίζεται σε συγκεκριμένες αρχές: Πρώτον, αναλογικές κυρώσεις. Το ύψος του προστίμου πρέπει να συνδέεται με τη σοβαρότητα της παράβασης, τον βαθμό υπαιτιότητας, την επανάληψή της και τη φορολογική ζημία που προκλήθηκε, με σεβασμό στο ισχύον νομικό πλαίσιο. Δεύτερον, δυνατότητα έγκαιρης διόρθωσης. Για ορισμένες πρώτες, ήσσονος σημασίας διαδικαστικές παραβάσεις, θα μπορούσε να προβλέπεται προθεσμία συμμόρφωσης ή διόρθωσης, όπου αυτό επιτρέπεται από τον νόμο, πριν επιβληθεί βαριά κύρωση. Έτσι, το κράτος θα επιβραβεύει έμπρακτα τη διάθεση του φορολογουμένου να διορθώσει το λάθος του. Τρίτον, αυστηρότητα εκεί όπου υπάρχει πραγματική παραβατικότητα. Η φορολογική διοίκηση πρέπει να εστιάζει στους συστηματικούς παραβάτες, στους μηχανισμούς απόκρυψης εισοδημάτων και στις περιπτώσεις οργανωμένης φοροδιαφυγής. Η προστασία των συνεπών φορολογουμένων προϋποθέτει αποτελεσματικούς ελέγχους σε όσους επιδιώκουν να αποφεύγουν τις υποχρεώσεις τους. Τέταρτον, απλούστεροι κανόνες και σαφείς οδηγίες. Όσο πιο περίπλοκη είναι η νομοθεσία και όσο συχνότερα μεταβάλλονται οι διαδικασίες, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος ακούσιων λαθών. Η σαφήνεια και η προβλεψιμότητα δεν είναι προνόμια του φορολογουμένου· είναι βασικές προϋποθέσεις μιας αποτελεσματικής διοίκησης. Πέμπτον, πραγματικές δυνατότητες εξόφλησης. Όταν μια οφειλή είναι βεβαιωμένη και ο φορολογούμενος αδυνατεί αντικειμενικά να την εξοφλήσει άμεσα, οι ρεαλιστικές ρυθμίσεις μπορούν να εξυπηρετούν καλύτερα και το Δημόσιο. Μια βιώσιμη ρύθμιση που τηρείται μπορεί να αποφέρει περισσότερα από μια δυσβάστακτη απαίτηση που παραμένει ανεξόφλητη. Η εμπιστοσύνη είναι και αυτή εργαλείο φορολογικής πολιτικής Η φορολογική συμμόρφωση δεν εξαρτάται μόνο από τον φόβο του ελέγχου. Επηρεάζεται και από το αν οι πολίτες θεωρούν ότι οι κανόνες είναι κατανοητοί, εφαρμόζονται με συνέπεια και αντιμετωπίζουν ισότιμα όλους τους φορολογουμένους. Όταν ο συνεπής επαγγελματίας αισθάνεται ότι βρίσκεται διαρκώς αντιμέτωπος με πολύπλοκες υποχρεώσεις, απρόβλεπτες συνέπειες και διοικητικές διαδικασίες που δυσκολεύεται να παρακολουθήσει, η εμπιστοσύνη του προς το σύστημα δοκιμάζεται. Η φορολογική διοίκηση δεν πρέπει να αντιμετωπίζει κάθε φορολογούμενο ως εν δυνάμει παραβάτη. Πρέπει να διευκολύνει εκείνον που θέλει να είναι συνεπής και να διαθέτει αποτελεσματικά εργαλεία για να εντοπίζει και να αντιμετωπίζει εκείνον που επιλέγει συνειδητά να παρανομήσει. Αυτό απαιτεί, παράλληλα, διαφάνεια και λογοδοσία από την ίδια τη διοίκηση: έγκαιρες απαντήσεις, σαφείς αιτιολογήσεις, δίκαιη εξέταση των ενστάσεων και ουσιαστική δυνατότητα αμφισβήτησης μιας λανθασμένης πράξης. Η ευθύνη, επομένως, δεν βρίσκεται μόνο στον πολίτη ή στην επιχείρηση. Το κράτος οφείλει επίσης να εξασφαλίζει ότι το πλαίσιο μέσα στο οποίο ζητά συμμόρφωση είναι σαφές, λειτουργικό και δίκαιο. Το ζητούμενο δεν είναι ένα κράτος χωρίς πρόστιμα, αλλά ένα κράτος με αποτελεσματικούς κανόνες Η συζήτηση για την «προστιμολαγνία» δεν πρέπει να εκληφθεί ως προσπάθεια υπονόμευσης των φορολογικών ελέγχων ή ως δικαιολογία για όσους φοροδιαφεύγουν. Είναι μια συζήτηση για το μέτρο, την αποτελεσματικότητα και τον σκοπό της τιμωρίας. Κανείς δεν έχει λόγο να υπερασπίζεται τη φοροδιαφυγή. Αλλά ούτε το Δημόσιο έχει λόγο να επιδιώκει την οικονομική εξάντληση ενός φορολογουμένου, όταν ο σκοπός μπορεί να επιτευχθεί με ηπιότερα και αποτελεσματικότερα μέσα. Ένα σύστημα που βοηθά τον πολίτη να συμμορφώνεται, τιμωρεί αναλογικά τα λάθη, αντιμετωπίζει αποφασιστικά τη δόλια φοροδιαφυγή και διευκολύνει την πραγματική εξόφληση των οφειλών μπορεί να υπηρετήσει ταυτόχρονα τη δημοσιονομική σταθερότητα και την οικονομική δραστηριότητα. Η Ελλάδα χρειάζεται μια φορολογική διοίκηση που δεν θα κρίνει την επιτυχία της από το πόσα πρόστιμα επιβάλλει, αλλά από το πόσο περιορίζει τη φοροδιαφυγή, πόσο ενισχύει τη συνέπεια και πόσο αποτελεσματικά εισπράττει τα έσοδα που δικαιούται. Ο στόχος πρέπει να είναι σαφής: περισσότερη συμμόρφωση, λιγότερα περιθώρια φοροδιαφυγής, δικαιότερες κυρώσεις και λιγότερα αδιέξοδα για όσους θέλουν να είναι συνεπείς. Γιατί η φορολογική δικαιοσύνη δεν εξαντλείται στην τιμωρία. Αποτυπώνεται κυρίως στην εφαρμογή κανόνων που μπορούν να τηρούνται και να γίνονται αποδεκτοί ως δίκαιοι. Παναγιώτης Ράγγος Λογιστής Φοροτεχνικός Α΄ Τάξης - Οικονομολόγος Πιστοποιημένος Εσωτερικός Ελεγκτής Previous Next