Τετάρτη, Οκτ 2026

teliko foronews900

Από την υπόσχεση του εκσυγχρονισμού στην καθημερινότητα της εξουθένωσης – Πώς οι λογιστές κινδυνεύουν να μετατραπούν σε άτυπα ΚΕΠ, επωμιζόμενοι το βάρος μιας ψηφιοποίησης που υποτίθεται ότι θα απλοποιούσε τη ζωή όλων.

Υπήρξε μια εποχή που η ψηφιοποίηση του Δημοσίου και η δημιουργία νέων ηλεκτρονικών πλατφορμών παρουσιάζονταν ως το μεγάλο βήμα προς τον εκσυγχρονισμό του λογιστικού επαγγέλματος. Κάποιοι έσπευσαν να μιλήσουν για αναβάθμιση του ρόλου των λογιστών, για νέες δυνατότητες, για ένα επάγγελμα που θα αποκτούσε μεγαλύτερη αξία μέσα από την τεχνολογία.

Σήμερα, όμως, αξίζει να αναρωτηθούμε:

Αναβαθμίστηκε πράγματι ο λογιστής ή απλώς φορτώθηκε με περισσότερες υποχρεώσεις, περισσότερες ευθύνες και περισσότερη δουλειά, χωρίς τον αντίστοιχο χρόνο, την υποστήριξη και την αναγνώριση;

Γιατί, αν η αναβάθμιση μετριέται σε ατελείωτες ώρες μπροστά από μια οθόνη, σε προθεσμίες που διαδέχονται η μία την άλλη, σε πλατφόρμες που υπολειτουργούν και σε πολίτες που αναζητούν βοήθεια από τον λογιστή τους για κάθε ηλεκτρονική διαδικασία, τότε μάλλον κάποιος μπέρδεψε την αναβάθμιση με τη μεταφορά ευθυνών.


■ Η ψηφιοποίηση που έγινε πρόσθετη εργασία

Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η τεχνολογία μπορεί να αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο. Οι ηλεκτρονικές υπηρεσίες, όταν σχεδιάζονται σωστά, μπορούν να περιορίσουν τη γραφειοκρατία, να εξοικονομήσουν χρόνο και να διευκολύνουν τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τους πολίτες.

Το πρόβλημα ξεκινά όταν η ψηφιοποίηση δεν καταργεί τη γραφειοκρατία, αλλά απλώς της αλλάζει μορφή.

Μια νέα πλατφόρμα ανακοινώνεται ως λύση. Στη συνέχεια, ο επαγγελματίας καλείται να μάθει τη λειτουργία της, να εξηγήσει τις διαδικασίες στους πελάτες του, να διορθώσει λάθη, να αναζητήσει απαντήσεις και να αντιμετωπίσει προβλήματα για τα οποία συχνά δεν υπάρχει άμεση και ουσιαστική υποστήριξη.

Και όλα αυτά, παράλληλα με τις ήδη αυξημένες επαγγελματικές του υποχρεώσεις.

Έτσι, η τεχνολογία που θα έπρεπε να απελευθερώνει χρόνο καταλήγει, σε πολλές περιπτώσεις, να δημιουργεί νέους κύκλους εργασίας. Ο λογιστής δεν καλείται απλώς να ασκήσει το επάγγελμά του. Καλείται να γίνει ο ενδιάμεσος ανάμεσα στον πολίτη, την επιχείρηση και έναν ψηφιακό μηχανισμό που δεν είναι πάντοτε εύχρηστος ή επαρκώς υποστηριζόμενος.


■ Από λογιστές, άτυποι υπάλληλοι εξυπηρέτησης

Εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση.

Ο λογιστής είναι επιστήμονας και επαγγελματίας που διαχειρίζεται φορολογικά, οικονομικά και λογιστικά ζητήματα. Έχει ευθύνη απέναντι στον πελάτη του, στις επιχειρήσεις που υποστηρίζει και στις υποχρεώσεις που αναλαμβάνει. Ο χρόνος του έχει επαγγελματική αξία και η εργασία του απαιτεί γνώση, εμπειρία και συνεχή ενημέρωση.

Ωστόσο, στην καθημερινότητα, καλείται ολοένα συχνότερα να αναλάβει και έναν διαφορετικό ρόλο: να καθοδηγεί πολίτες σε ψηφιακές αιτήσεις, να εξηγεί διαδικασίες δημόσιων υπηρεσιών, να αναζητά δικαιολογητικά, να βοηθά στην πρόσβαση σε ηλεκτρονικές εφαρμογές και να επιλύει απορίες που δεν σχετίζονται απαραίτητα με το αντικείμενο της λογιστικής του εργασίας.

Με απλά λόγια, ο λογιστής κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα άτυπο ΚΕΠ, χωρίς να έχει τον θεσμικό ρόλο, την οργανωτική υποστήριξη ή τους πόρους ενός ΚΕΠ.

Και το ερώτημα είναι εύλογο: Ποιος αποφάσισε ότι αυτή η πρόσθετη εργασία πρέπει να ενσωματώνεται αυτονόητα στις υπηρεσίες ενός λογιστικού γραφείου; Ποιος υπολόγισε το πραγματικό κόστος της; Ποιος αναρωτήθηκε πόσος χρόνος αφαιρείται από την ουσιαστική λογιστική και φοροτεχνική εργασία;

Η εξυπηρέτηση του πολίτη είναι σημαντική. Δεν μπορεί, όμως, να στηρίζεται μονίμως στην άτυπη μεταφορά δημόσιων λειτουργιών σε ιδιώτες επαγγελματίες, χωρίς σαφή όρια και χωρίς αντίστοιχη μέριμνα.


■ Όταν η «αναβάθμιση» σημαίνει ότι δεν σηκώνεις κεφάλι

Το πιο ανησυχητικό δεν είναι μόνο ο αυξημένος όγκος εργασίας. Είναι ότι αυτή η κατάσταση τείνει να παρουσιάζεται ως κάτι φυσιολογικό.

Ο λογιστής πρέπει να είναι διαθέσιμος, να γνωρίζει κάθε νέα εφαρμογή, να ανταποκρίνεται σε κάθε προθεσμία, να απαντά σε κάθε ερώτηση και να βρίσκει λύσεις ακόμη κι όταν τα συστήματα δεν λειτουργούν όπως θα έπρεπε.

Πρέπει να απορροφά τις δυσλειτουργίες, να διαχειρίζεται την αγωνία των πελατών του και να αναλαμβάνει την ευθύνη να ολοκληρωθούν διαδικασίες που εξαρτώνται από τρίτους.

Και όταν όλα αυτά συσσωρεύονται, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη για την εξουθένωση του επαγγελματία;

Ποιος υπολογίζει τις ατελείωτες ώρες εργασίας, την πίεση των προθεσμιών, την αδυναμία προγραμματισμού και το κόστος λειτουργίας ενός γραφείου που πρέπει να παρακολουθεί διαρκώς νέες διαδικασίες;

Η αναβάθμιση ενός επαγγέλματος δεν μπορεί να κρίνεται από τον αριθμό των πλατφορμών που χρησιμοποιεί. Κρίνεται από το αν βελτιώνονται οι συνθήκες εργασίας, αν αυξάνεται η παραγωγικότητα, αν περιορίζονται τα λάθη, αν υπάρχει ουσιαστική υποστήριξη και αν αναγνωρίζεται η αξία της επαγγελματικής γνώσης.

Διαφορετικά, δεν μιλάμε για αναβάθμιση. Μιλάμε για διεύρυνση καθηκόντων χωρίς αντίστοιχη αναδιοργάνωση.


■ Η υποκρισία των μεγάλων λόγων

Εδώ ακριβώς γεννιέται η αίσθηση της υποκρισίας.

Όταν παρουσιάζονται οι ψηφιακές μεταρρυθμίσεις ως επιτυχία, τα οφέλη αποδίδονται στον σχεδιασμό, στην τεχνολογία και στον εκσυγχρονισμό του κράτους. Όταν, όμως, η εφαρμογή τους συναντά δυσκολίες, κάποιος πρέπει να βρεθεί στην πρώτη γραμμή για να βοηθήσει τον πολίτη.

Και πολύ συχνά, αυτός ο κάποιος είναι ο λογιστής.

Είναι εκείνος που θα δεχθεί το τηλεφώνημα, θα αναζητήσει την απάντηση, θα εξηγήσει τη διαδικασία και θα προσπαθήσει να βρει λύση. Είναι εκείνος που θα πρέπει να διατηρήσει τη σχέση εμπιστοσύνης με τον πελάτη του, ακόμη κι όταν η δυσκολία δεν οφείλεται στη δική του εργασία.

Δεν χρειάζεται να αμφισβητήσει κανείς τη χρησιμότητα της ψηφιοποίησης για να αναγνωρίσει αυτή την αντίφαση. Αρκεί να θέσει ένα απλό ερώτημα: 

Αν μια ψηφιακή μεταρρύθμιση απαιτεί διαρκώς την παρέμβαση ενός επαγγελματία για να γίνει κατανοητή ή να ολοκληρωθεί, έχει σχεδιαστεί πραγματικά με γνώμονα την απλοποίηση;

Και αν ο λογιστής αναλαμβάνει στην πράξη μέρος της εξυπηρέτησης που θα έπρεπε να παρέχεται από τις αρμόδιες υπηρεσίες, γιατί αυτό αντιμετωπίζεται ως αυτονόητο και όχι ως ένα πρόβλημα που χρειάζεται θεσμική αντιμετώπιση;


■ Η ευθύνη δεν μπορεί να μεταφέρεται μονίμως στον τελευταίο κρίκο

Η συζήτηση δεν αφορά την άρνηση του λογιστικού κλάδου στην τεχνολογική εξέλιξη. Αντιθέτως, οι λογιστές έχουν κάθε λόγο να στηρίζουν τις πραγματικές μεταρρυθμίσεις που κάνουν τη δουλειά τους πιο αποτελεσματική και βελτιώνουν την εξυπηρέτηση των πολιτών και των επιχειρήσεων.

Αυτό που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό είναι να θεωρείται δεδομένο ότι κάθε νέα ψηφιακή υποχρέωση θα απορροφηθεί από τα λογιστικά γραφεία, ανεξάρτητα από το κόστος, τον χρόνο και τις συνέπειες.

Χρειάζονται πλατφόρμες που λειτουργούν αξιόπιστα, σαφείς οδηγίες, έγκαιρη ενημέρωση, ουσιαστική τεχνική υποστήριξη και δημόσιες υπηρεσίες που μπορούν να εξυπηρετήσουν αποτελεσματικά όσους χρειάζονται βοήθεια. Χρειάζεται, επίσης, να ξεκαθαριστεί ποια είναι η ευθύνη του λογιστή και ποια η ευθύνη της διοίκησης.

Πάνω απ’ όλα, χρειάζεται να πάψει να θεωρείται αυτονόητος ο απεριόριστος χρόνος του επαγγελματία.

Η ψηφιακή μετάβαση δεν πρέπει να μετατρέπεται σε μια αλυσίδα πρόσθετων υποχρεώσεων, με τελικό αποδέκτη τον άνθρωπο που βρίσκεται ήδη πιεσμένος ανάμεσα σε προθεσμίες, πελάτες και ευθύνες.


■ Τελικά, ποιος αναβαθμίστηκε;

Το ερώτημα παραμένει και είναι πολιτικό, επαγγελματικό και βαθιά κοινωνικό: Ποιος ωφελήθηκε από αυτή την πορεία και ποιος επωμίστηκε το βάρος της;

Αναβαθμίστηκε ο λογιστής ή απλώς έγινε πιο απαραίτητος για να καλύπτει τα κενά άλλων; Απελευθερώθηκε χρόνος ή δημιουργήθηκαν νέες υποχρεώσεις; Μειώθηκε η γραφειοκρατία ή μεταφέρθηκε από τα γκισέ στις οθόνες των λογιστικών γραφείων;

Και, τελικά, όταν κάποιοι μιλούσαν για αναβάθμιση του κλάδου μέσω των ψηφιακών πλατφορμών, είχαν υπολογίσει τι πραγματικά θα σήμαινε αυτή η αλλαγή για εκείνους που θα έπρεπε να τη διαχειριστούν καθημερινά;

Ίσως ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να μετράμε τον εκσυγχρονισμό με βάση τις ανακοινώσεις και να αρχίσουμε να τον μετράμε με βάση την πραγματικότητα της εργασίας.

Γιατί η τεχνολογία, από μόνη της, δεν αποτελεί πρόοδο. Πρόοδος είναι να κάνει τη ζωή του πολίτη ευκολότερη, τη λειτουργία των επιχειρήσεων αποτελεσματικότερη και την εργασία του επαγγελματία ουσιαστικότερη.

Και κάτι τελευταίο: 

Ο λογιστής δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα επιστήμονας, φοροτεχνικός, τεχνικός υποστήριξης, διαμεσολαβητής του Δημοσίου και άτυπος υπάλληλος εξυπηρέτησης πολιτών, χωρίς αυτό να έχει κόστος.

Αν αυτή είναι η περίφημη αναβάθμιση, τότε ο κλάδος δικαιούται να ζητήσει εξηγήσεις.

Γιατί, στο τέλος της ημέρας, δεν αρκεί να ψηφιοποιούμε τη γραφειοκρατία. Πρέπει να σταματήσουμε να τη μεταφέρουμε από γραφείο σε γραφείο και να τη βαφτίζουμε μεταρρύθμιση.

Και όταν η υπόσχεση της αναβάθμισης καταλήγει σε περισσότερη δουλειά, περισσότερη ευθύνη και λιγότερο χρόνο για την ίδια την επιστήμη της λογιστικής, τότε το ερώτημα δεν είναι αν ο κλάδος εκσυγχρονίστηκε. Είναι αν τελικά κάποιος μας δουλεύει.


Παναγιώτης Ράγγος

Λογιστής Φοροτεχνικός  Α΄ Τάξης - Οικονομολόγος

Πιστοποιημένος Εσωτερικός Ελεγκτής

 


Συνεργάτες