Πληθωρισμός, στάσιμοι μισθοί και εκτόξευση ενοικίων: το τρίπτυχο πίεσης πίσω από το 61% των νοικοκυριών που δεν «βγάζουν» τον μήνα Νέα Επικαιρότητα Η διαπίστωση ότι το 61% των ελληνικών νοικοκυριών αδυνατεί να καλύψει τις ανάγκες του έως το τέλος του μήνα, όπως καταγράφεται στην τελευταία έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, δεν αποτελεί μεμονωμένο κοινωνικό εύρημα. Αντίθετα, αντανακλά τη συνδυασμένη επίδραση τριών εξελίξεων που διαμορφώνουν το οικονομικό περιβάλλον της τελευταίας πενταετίας: επίμονος πληθωρισμός, υποτονική αύξηση πραγματικών μισθών και διαρκής άνοδος του κόστους στέγασης. Σε επίπεδο τιμών, η ελληνική οικονομία εισήλθε μετά το 2021 σε μια περίοδο σωρευτικής ακρίβειας. Αν και ο ετήσιος πληθωρισμός έχει αποκλιμακωθεί σε σχέση με τα υψηλά του 2022, οι τιμές δεν υποχώρησαν, αλλά σταθεροποιήθηκαν σε υψηλότερο επίπεδο. Για τα νοικοκυριά, αυτό μεταφράζεται σε μόνιμα αυξημένες ανελαστικές δαπάνες, ιδίως για τρόφιμα, ενέργεια και βασικές υπηρεσίες. Η έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ δείχνει ότι το διαθέσιμο εισόδημα εξαντλείται πλέον, κατά μέσο όρο, πριν από την τρίτη εβδομάδα του μήνα, γεγονός που επιβεβαιώνει τη διάβρωση της αγοραστικής δύναμης. Την ίδια στιγμή, οι μισθοί αυξάνονται με ρυθμούς χαμηλότερους από τον σωρευτικό πληθωρισμό της τελευταίας πενταετίας. Παρά τις ονομαστικές αυξήσεις σε κατώτατο μισθό και αποδοχές σε επιμέρους κλάδους, οι πραγματικοί μισθοί παραμένουν υπό πίεση. Αυτό σημαίνει ότι μεγάλο μέρος των εργαζομένων, παρότι εμφανίζεται μισθολογικά «βελτιωμένο» σε ονομαστικούς όρους, διαθέτει στην πράξη μικρότερη αγοραστική δύναμη σε σχέση με την προ πανδημίας περίοδο. Κρίσιμος επιβαρυντικός παράγοντας αναδεικνύεται το κόστος στέγασης, το οποίο λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής πίεσης. Τα ενοίκια, ιδιαίτερα στα αστικά κέντρα, έχουν αυξηθεί σημαντικά την τελευταία πενταετία, απορροφώντας δυσανάλογο ποσοστό του μηνιαίου εισοδήματος. Για χιλιάδες νοικοκυριά, η στέγαση μετατρέπεται από βασική ανάγκη σε παράγοντα οικονομικού αποκλεισμού, περιορίζοντας δραστικά την κατανάλωση σε άλλους τομείς. Η σύνδεση των παραπάνω με τα ευρήματα της έρευνας είναι άμεση: πάνω από τα μισά νοικοκυριά δηλώνουν ότι δεν μπορούν να καλύψουν ένα έκτακτο έξοδο μικρού ύψους, στοιχείο που καταδεικνύει την απουσία αποταμιευτικού «μαξιλαριού». Πρόκειται για σαφή ένδειξη χρηματοοικονομικής ευαλωτότητας, η οποία επιτείνεται όσο οι μισθοί αδυνατούν να ακολουθήσουν το κόστος ζωής. Σε βάθος πενταετίας, η εικόνα αυτή αποτυπώνει μια δομική μετατόπιση της κρίσης προς τη μεσαία τάξη. Η οικονομική πίεση δεν αφορά πλέον αποκλειστικά τα χαμηλά εισοδήματα, αλλά διαχέεται σε μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους με σταθερή εργασία, οι οποίοι περιορίζουν βασικές δαπάνες προκειμένου να ανταποκριθούν στις ανελαστικές υποχρεώσεις τους. Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η επιμονή αυτών των τάσεων δημιουργεί όρια στη βιωσιμότητα της ανάπτυξης που βασίζεται στην ιδιωτική κατανάλωση. Όσο το μεγαλύτερο μέρος των νοικοκυριών λειτουργεί σε καθεστώς οικονομικής άμυνας, η κατανάλωση παραμένει καθηλωμένη στα απολύτως αναγκαία, με άμεσες συνέπειες για τη μικρή επιχειρηματικότητα και την εσωτερική ζήτηση. Το συμπέρασμα της έρευνας του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ είναι σαφές: χωρίς ουσιαστική ενίσχυση των πραγματικών εισοδημάτων και παρεμβάσεις στο κόστος στέγασης και βασικών αγαθών, η οικονομική ασφυξία κινδυνεύει να παγιωθεί, μετατρέποντας μια συγκυριακή κρίση ακρίβειας σε μακροχρόνιο κοινωνικοοικονομικό πρόβλημα. Παναγιώτης Ράγγος Λογιστής Φοροτεχνικός Α΄ Τάξης - Πιστοποιημένος Εσωτερικός Ελεγκτή Previous Next