Σάββατο, Νοε 2026

teliko foronews900

Εφορία: Πώς μπαίνουν οι επιχειρήσεις στο στόχαστρο της ΑΑΔΕ – Ο αλγόριθμος, τα τραπεζικά δεδομένα και τα 8 σημεία που οδηγούν σε φορολογικό έλεγχο

Πώς επιλέγονται οι φορολογικές υποθέσεις, τι προβλέπει η απόφαση Α.1037/2026 και ποια είναι τα δικαιώματα των επιχειρήσεων. Οι ηλεκτρονικές διασταυρώσεις, το myDATA, τα POS, οι τραπεζικές κινήσεις και η σύνδεση της φοροδιαφυγής με τη διαφθορά και το ξέπλυμα χρήματος.

Μια νέα πραγματικότητα διαμορφώνεται στον τρόπο με τον οποίο η φορολογική διοίκηση εντοπίζει και επιλέγει τις επιχειρήσεις που θα υποβληθούν σε έλεγχο. Η αξιοποίηση ηλεκτρονικών δεδομένων, οι διασταυρώσεις πληροφοριών και τα αυτοματοποιημένα συστήματα αξιολόγησης κινδύνου έχουν μετατρέψει τη φορολογική εποπτεία σε μια πολύ πιο σύνθετη διαδικασία.

Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) έχει πλέον τη δυνατότητα να συνδυάζει στοιχεία από φορολογικές δηλώσεις, ηλεκτρονικά βιβλία, παραστατικά, τραπεζικές πληροφορίες και άλλες διαθέσιμες πηγές, προκειμένου να εντοπίζει υποθέσεις που εμφανίζουν ενδείξεις αυξημένης φορολογικής παραβατικότητας.

Δεν απαιτείται, επομένως, να προηγηθεί καταγγελία ή να εντοπιστεί μια παράβαση κατά τη διάρκεια ενός τυχαίου επιτόπιου ελέγχου. Μια επιχείρηση μπορεί να επιλεγεί επειδή η συνολική οικονομική εικόνα της παρουσιάζει αποκλίσεις που χρειάζονται διερεύνηση.

Το ερώτημα που απασχολεί χιλιάδες επαγγελματίες και επιχειρηματίες είναι συγκεκριμένο: Ποια δεδομένα αξιολογεί η Εφορία, πώς λειτουργεί ο αλγόριθμος και τι ακολουθεί από τη στιγμή που μια υπόθεση επιλεγεί για έλεγχο;


■ Ο αλγόριθμος της ΑΑΔΕ και η διαδικασία μοριοδότησης

Το βασικό θεσμικό πλαίσιο για την επιλογή των φορολογικών υποθέσεων προς έλεγχο περιλαμβάνεται στον ν. 5104/2024, δηλαδή στον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.

Ειδικότερα, το άρθρο 31 προβλέπει ότι οι υποθέσεις επιλέγονται με απόφαση του διοικητή της ΑΑΔΕ, βάσει κριτηρίων ανάλυσης κινδύνου, στοιχείων από εσωτερικές και εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ή, κατ' εξαίρεση, άλλων κριτηρίων που δεν δημοσιοποιούνται.

Για το 2026, η απόφαση Α.1037/11.02.2026, η οποία δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ Β΄ 892/18.02.2026, τροποποίησε την προηγούμενη απόφαση Α.1190/2025 και εξειδίκευσε τη διαδικασία επιλογής και προτεραιοποίησης.

Σύμφωνα με την απόφαση:

- Οι υποθέσεις αξιολογούνται με βάση κριτήρια ανάλυσης κινδύνου.

- Χρησιμοποιούνται ηλεκτρονικά διαθέσιμα δεδομένα και πληροφορίες από εσωτερικές και εξωτερικές πηγές.

- Οι αξιολογημένες υποθέσεις κατατάσσονται σε φθίνουσα σειρά βάσει της τελικής μοριοδότησής τους.

- Η αξιολόγηση πραγματοποιείται μέσω αυτοματοποιημένου μοντέλου αντικειμενικής αξιολόγησης.

- Η προτεραιοποίηση λαμβάνει υπόψη την πιθανότητα παραβατικότητας, την εισπραξιμότητα και τους διαθέσιμους ελεγκτικούς πόρους.

Σημαντική λεπτομέρεια είναι ότι τα παραρτήματα με τα αναλυτικά κριτήρια και τις παραμέτρους της μοριοδότησης δεν δημοσιεύθηκαν στο ΦΕΚ.

Επομένως, δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει κανείς με ακρίβεια πόσους βαθμούς συγκεντρώνει μια συγκεκριμένη φορολογική απόκλιση ή ποιος ακριβώς συνδυασμός στοιχείων οδηγεί μια επιχείρηση στην κορυφή της λίστας.

Αυτό που επιβεβαιώνεται θεσμικά είναι η ύπαρξη συστήματος αυτοματοποιημένης αξιολόγησης και ιεράρχησης των υποθέσεων.

■ Ποια φορολογικά δεδομένα μπορούν να προκαλέσουν έλεγχο

Παρότι οι ακριβείς συντελεστές του αλγορίθμου δεν είναι δημόσιοι, συγκεκριμένες κατηγορίες οικονομικών στοιχείων αποτελούν αντικείμενο διασταυρώσεων και μπορούν να αναδείξουν φορολογικούς κινδύνους.

1. Αποκλίσεις μεταξύ τζίρου, POS και ταμειακών μηχανών

Η συμφωνία των δηλωμένων εσόδων με τις ηλεκτρονικές εισπράξεις αποτελεί βασικό πεδίο ελέγχου.

Οι συναλλαγές μέσω POS, τα στοιχεία των ταμειακών μηχανών, τα παραστατικά και οι φορολογικές δηλώσεις μπορούν να συγκριθούν, ώστε να εντοπιστούν διαφορές.

Όταν τα στοιχεία δεν συμφωνούν και δεν υπάρχει επαρκής λογιστική ή επιχειρηματική εξήγηση, μπορεί να προκύψει ανάγκη περαιτέρω διερεύνησης.

2. Ασυμφωνίες στα ηλεκτρονικά βιβλία myDATA

Το myDATA αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία ψηφιακής φορολογικής εποπτείας.

Οι διαφορές μεταξύ εκδότη και λήπτη τιμολογίων, οι παραλείψεις διαβίβασης παραστατικών και οι αποκλίσεις μεταξύ ηλεκτρονικών βιβλίων και φορολογικών δηλώσεων μπορούν να δημιουργήσουν ελεγκτικό ενδιαφέρον.

3. Επιστροφές ΦΠΑ και πιστωτικά υπόλοιπα

Οι μεγάλες επιστροφές ΦΠΑ και τα επαναλαμβανόμενα πιστωτικά υπόλοιπα μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ελέγχου.

Εξετάζεται εάν οι αγορές, οι πωλήσεις, οι δαπάνες και τα παραστατικά δικαιολογούν τη συγκεκριμένη φορολογική εικόνα.

Η ύπαρξη πιστωτικού υπολοίπου δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη παραβατικότητας.

4. Τραπεζικές κινήσεις και προσαύξηση περιουσίας

Οι τραπεζικές συναλλαγές αποτελούν σημαντικό πεδίο φορολογικής διερεύνησης.

Η ΑΑΔΕ διαθέτει το σύστημα BANCAPP, δηλαδή το Bank Account Nexus Crosscheck Application, για την αυτοματοποιημένη επεξεργασία χρηματοπιστωτικών δεδομένων στο πλαίσιο ελέγχων προσαύξησης περιουσίας.

Η σχετική διαδικασία διέπεται από συγκεκριμένο νομοθετικό πλαίσιο και αφορά περιπτώσεις για τις οποίες υπάρχει εντολή ελέγχου και συντρέχουν οι προβλεπόμενες προϋποθέσεις.

Το ζητούμενο είναι να διαπιστωθεί εάν οι τραπεζικές εισροές δικαιολογούνται από δηλωμένα εισοδήματα, δάνεια, μεταφορές κεφαλαίων ή άλλες νόμιμες αιτίες.

5. Απότομες μεταβολές στον τζίρο και στην κερδοφορία

Η ξαφνική μείωση του κύκλου εργασιών, η δυσανάλογη αύξηση των εξόδων ή η εμφάνιση πολύ χαμηλής κερδοφορίας σε σχέση με τη δραστηριότητα μιας επιχείρησης μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο αξιολόγησης.

Η σύγκριση με προηγούμενες χρήσεις και επιχειρήσεις του ίδιου κλάδου μπορεί να βοηθήσει στην αναγνώριση ασυνήθιστων οικονομικών χαρακτηριστικών.

6. Ενδοκοινοτικές συναλλαγές και συναλλαγές με το εξωτερικό

Οι διασυνοριακές συναλλαγές αποτελούν επίσης σημαντικό πεδίο ελέγχου.

Μέσω του VIES και των ευρωπαϊκών μηχανισμών ανταλλαγής φορολογικών πληροφοριών μπορούν να εντοπιστούν αποκλίσεις μεταξύ των δηλωμένων συναλλαγών και των στοιχείων των αλλοδαπών αντισυμβαλλομένων.

7. Προηγούμενες φορολογικές παραβάσεις

Το ιστορικό προηγούμενων ελέγχων, οι διαπιστωμένες παραβάσεις και οι επαναλαμβανόμενες φορολογικές παραλείψεις μπορούν να συνεκτιμηθούν στην αξιολόγηση μιας υπόθεσης, σύμφωνα με τα εφαρμοζόμενα κριτήρια.

8. Μη υποβολή δηλώσεων και φορολογική ασυνέπεια

Η μη υποβολή δηλώσεων, οι επαναλαμβανόμενες εκπρόθεσμες υποχρεώσεις και οι αποκλίσεις μεταξύ δηλωθέντων στοιχείων και ηλεκτρονικών δεδομένων αποτελούν επίσης λόγους που μπορούν να προκαλέσουν ελεγκτικό ενδιαφέρον.

Πρέπει, πάντως, να υπογραμμιστεί ότι οι παραπάνω κατηγορίες δεν αποτελούν δημοσιοποιημένο κατάλογο βαθμολογούμενων κριτηρίων του αλγορίθμου. Είναι πεδία φορολογικής διασταύρωσης και ενδεχόμενης διερεύνησης.


■ Πόσοι έλεγχοι προβλέπονται για το 2026

Η απόφαση Α.1190/2025 καθορίζει τον αριθμό των φορολογικών ελέγχων για το 2026, ενώ το επιχειρησιακό σχέδιο της ΑΑΔΕ περιγράφει τους ελεγκτικούς στόχους και τις προτεραιότητες της χρονιάς.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν από την κυβέρνηση, ο σχεδιασμός προβλέπει τουλάχιστον 72.800 φορολογικούς ελέγχους.

Παράλληλα, τα στοιχεία για το 2025 που παρουσιάστηκαν σε επίσημη κυβερνητική ενημέρωση αναφέρουν 31.500 τακτικούς ελέγχους, βεβαίωση φόρων και προστίμων ύψους 2,8 δισ. ευρώ και 1.165 ειδικές έρευνες για απάτες στον ΦΠΑ, με εντοπισμό διαφυγόντων εσόδων άνω των 457 εκατ. ευρώ.

Τα βεβαιωθέντα ποσά, βέβαια, δεν ταυτίζονται απαραίτητα με τα ποσά που έχουν ήδη εισπραχθεί.


■ Πώς γίνεται ο φορολογικός έλεγχος – Τα δικαιώματα της επιχείρησης

Η επιλογή μιας επιχείρησης από το σύστημα αξιολόγησης δεν σημαίνει ότι ξεκινά αυτομάτως η επιβολή προστίμων.

Σύμφωνα με το άρθρο 27 του ν. 5104/2024, ο φορολογικός έλεγχος διενεργείται από υπαλλήλους της Φορολογικής Διοίκησης μετά την έκδοση εντολής ελέγχου από το αρμόδιο όργανο.

Η εντολή προσδιορίζει, μεταξύ άλλων, την επιχείρηση, τη φορολογική περίοδο, το αντικείμενο, τη διάρκεια και τη μορφή του ελέγχου.

Ο έλεγχος μπορεί να είναι πλήρης ή μερικός, ανάλογα με την έκταση της εντολής.

Ακολουθεί η εξέταση των λογιστικών βιβλίων, των παραστατικών, των δηλώσεων και των διαθέσιμων πληροφοριών.

Εφόσον διαπιστωθούν παραβάσεις, ενεργοποιείται η διαδικασία του άρθρου 33 του ΚΦΔ.

Η διαδικασία προβλέπει:

- Κοινοποίηση σημειώματος διαπιστώσεων στον φορολογούμενο.

- Κοινοποίηση προσωρινού διορθωτικού προσδιορισμού φόρου.

- Δυνατότητα πρόσβασης στα έγγραφα στα οποία βασίζονται οι διαπιστώσεις.

- Προθεσμία 20 ημερών για την υποβολή έγγραφων απόψεων.

- Αξιολόγηση των αντιρρήσεων και των αποδεικτικών στοιχείων.

- Έκδοση οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και κοινοποίηση της έκθεσης ελέγχου.

Η φορολογική διοίκηση οφείλει να εξετάσει τις απόψεις του ελεγχόμενου πριν από την οριστικοποίηση της φορολογικής πράξης.

Εάν ο φορολογούμενος διαφωνεί με την οριστική πράξη, έχει δικαίωμα να προσφύγει στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις και τις προθεσμίες του ΚΦΔ, και στη συνέχεια να επιδιώξει δικαστική προστασία.

Επομένως, η επιλογή για έλεγχο δεν αποτελεί καταλογισμό φόρου ούτε απόδειξη φοροδιαφυγής. Η παράβαση πρέπει να τεκμηριωθεί με συγκεκριμένα ευρήματα.


■ Η φοροδιαφυγή δεν είναι μόνο οι αποδείξεις που δεν εκδίδονται

Η μάχη κατά της φοροδιαφυγής έχει πλέον πολύ ευρύτερες διαστάσεις.

Πέρα από την απόκρυψη εισοδημάτων και τη μη έκδοση αποδείξεων, οι ελεγκτικές αρχές καλούνται να αντιμετωπίσουν οργανωμένα σχήματα που ενδέχεται να συνδέονται με εικονικά τιμολόγια, απάτες στον ΦΠΑ, παράνομες επιδοτήσεις, λαθρεμπόριο και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

Οι πρόσφατες υποθέσεις που απασχόλησαν τη Δικαιοσύνη και τις ελεγκτικές αρχές ανέδειξαν την ανάγκη να ερευνάται όχι μόνο η επιχείρηση που εμφανίζεται σε μια συναλλαγή, αλλά και ολόκληρο το δίκτυο των οικονομικών σχέσεων πίσω από αυτήν.

Η υπόθεση των παράνομων επιδοτήσεων του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι έρευνες για κυκλώματα διαφθοράς σε πολεοδομικές υπηρεσίες και οι υποθέσεις που αφορούν τη διαχείριση δημόσιων πόρων δείχνουν ότι το οικονομικό έγκλημα μπορεί να έχει πολλές διαφορετικές μορφές.

Στην περίπτωση των πολεοδομιών, οι αποκαλύψεις για φερόμενες παράνομες χρηματικές συναλλαγές και διευκολύνσεις σε διοικητικές διαδικασίες ανέδειξαν τη σημασία της διερεύνησης της περιουσιακής κατάστασης των εμπλεκομένων.

Αντίστοιχα, οι έρευνες για τις αγροτικές επιδοτήσεις έφεραν στο προσκήνιο ζητήματα ελέγχου των δικαιούχων, της γνησιότητας των δηλώσεων και της διαδρομής των δημόσιων και ευρωπαϊκών χρημάτων.

Οι υποθέσεις αυτές βρίσκονται σε διαφορετικά στάδια διερεύνησης και δεν πρέπει να θεωρείται ότι κάθε εμπλεκόμενο πρόσωπο έχει κριθεί ένοχο.


■ Το ξέπλυμα χρήματος και η διαδρομή του παράνομου πλούτου

Ιδιαίτερη σημασία έχει η σύνδεση της φοροδιαφυγής με τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, γνωστή ως ξέπλυμα χρήματος.

Το βασικό θεσμικό πλαίσιο στην Ελλάδα είναι ο ν. 4557/2018, όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει.

Η νομιμοποίηση εσόδων αφορά, μεταξύ άλλων, τη μετατροπή, μεταβίβαση, απόκρυψη ή συγκάλυψη περιουσίας που προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα, με γνώση της παράνομης προέλευσής της.

Στην πράξη, οι έρευνες μπορεί να περιλαμβάνουν:

- Εταιρείες χωρίς πραγματική οικονομική δραστηριότητα.

- Εικονικές συναλλαγές και τιμολόγια.

- Αδικαιολόγητες μεταφορές κεφαλαίων.

- Αγοραπωλησίες ακινήτων και άλλων περιουσιακών στοιχείων.

- Συναλλαγές μεταξύ συνδεδεμένων επιχειρήσεων.

- Περιουσία που δεν δικαιολογείται από τα νόμιμα εισοδήματα.

Εδώ απαιτείται μια σημαντική θεσμική διάκριση.

Η ΑΑΔΕ ασκεί φορολογικούς ελέγχους και έχει επίσης ειδικές εποπτικές αρμοδιότητες βάσει του ν. 4557/2018 σε συγκεκριμένες κατηγορίες υπόχρεων προσώπων, όπως λογιστές, φοροτεχνικοί, μεσίτες ακινήτων και έμποροι αγαθών μεγάλης αξίας.

Η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες αποτελεί ξεχωριστό θεσμό με αρμοδιότητα τη διερεύνηση ύποπτων χρηματοοικονομικών δραστηριοτήτων και τη λήψη των προβλεπόμενων μέτρων.

Η συνεργασία των αρμόδιων αρχών είναι κρίσιμη όταν μια φορολογική υπόθεση αποκτά διαστάσεις οικονομικού εγκλήματος.


■ Η διαφθορά μέσα στη δημόσια διοίκηση και το μεγάλο ζήτημα της αξιοπιστίας

Η μάχη κατά της φοροδιαφυγής δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στις επιχειρήσεις και στους ιδιώτες.

Οι πρόσφατες αποκαλύψεις για υποθέσεις διαφθοράς σε δημόσιες υπηρεσίες αναδεικνύουν ένα εξίσου σημαντικό ζήτημα: την ανάγκη να ελέγχονται αποτελεσματικά και όσοι διαχειρίζονται δημόσια εξουσία και χρήματα.

Η φορολογική δικαιοσύνη χάνει την αξιοπιστία της όταν ο μικρός επαγγελματίας αντιμετωπίζει αυστηρούς ελέγχους, ενώ οργανωμένα κυκλώματα με πρόσβαση σε δημόσιες διαδικασίες μπορούν να λειτουργούν χωρίς να εντοπίζονται εγκαίρως.

Η ψηφιοποίηση και η αυτοματοποιημένη επιλογή υποθέσεων μπορούν να περιορίσουν τα περιθώρια αυθαίρετων παρεμβάσεων. Δεν αποτελούν όμως από μόνες τους εγγύηση διαφάνειας.

Απαιτούνται εσωτερικοί έλεγχοι, διασταύρωση περιουσιακών στοιχείων, λογοδοσία, προστασία των καταγγελλόντων και ουσιαστική διερεύνηση κάθε υπόθεσης, ανεξάρτητα από την ιδιότητα ή τη θέση των εμπλεκομένων.


■ Το μεγάλο στοίχημα: Έλεγχοι με δικαιοσύνη και όχι τυφλή στοχοποίηση

Η αξιοποίηση των αλγορίθμων μπορεί να αποτελέσει σημαντικό όπλο κατά της φοροδιαφυγής. Δεν πρέπει, όμως, να μετατραπεί σε μηχανισμό αυτόματης ενοχοποίησης.

Μια επιχείρηση μπορεί να εμφανίζει χαμηλή κερδοφορία λόγω αυξημένου λειτουργικού κόστους. Μπορεί να παρουσιάζει μεγάλες τραπεζικές εισροές εξαιτίας δανεισμού ή να δικαιούται νόμιμα επιστροφή ΦΠΑ.

Το ζητούμενο είναι οι ελεγκτικές αρχές να μπορούν να διακρίνουν την πραγματική παραβατικότητα από τις νόμιμες επιχειρηματικές ιδιαιτερότητες.

Η ίδια αυστηρότητα πρέπει να εφαρμόζεται σε όλες τις βαθμίδες της οικονομικής δραστηριότητας: από τη μικρή επιχείρηση μέχρι τις μεγάλες εταιρείες, τους διαχειριστές δημόσιων πόρων και τα οργανωμένα οικονομικά δίκτυα.

Η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής δεν μπορεί να μετριέται μόνο από τον αριθμό των ελέγχων ή τα πρόστιμα που βεβαιώνονται. Πρέπει να μετριέται από τα χρήματα που πραγματικά επιστρέφουν στα δημόσια ταμεία, από τα κυκλώματα που αποκαλύπτονται και από την εμπιστοσύνη που αποκαθίσταται μεταξύ κράτους και πολιτών.

Γιατί η πραγματική φορολογική δικαιοσύνη δεν σημαίνει απλώς περισσότερους ελέγχους. Σημαίνει αποτελεσματικούς ελέγχους, ίση μεταχείριση, διαφάνεια και μηδενική ανοχή στη διαφθορά, είτε αυτή εμφανίζεται στον ιδιωτικό είτε στον δημόσιο τομέα.

«Η φορολογική δικαιοσύνη δεν κρίνεται από το πόσο αυστηρά ελέγχεται ο συνεπής, αλλά από το πόσο αποτελεσματικά αποκαλύπτεται ο ασυνεπής – και από το αν κανείς δεν βρίσκεται υπεράνω του νόμου.»


Παναγιώτης Ράγγος

Λογιστής Φοροτεχνικός  Α΄ Τάξης - 

Πιστοποιημένος Εσωτερικός Ελεγκτή

 

 

 


Συνεργάτες