Φόρο...γνώμες: 120 ΔΟΣΕΙΣ – ΝΕΑ ΡΥΘΜΙΣΗ Ή ΝΕΑ ΑΠΟΤΥΧΙΑ; Επικαιρότητα Το επιτόκιο 5,84%, οι «κόφτες», οι οφειλές του 2025 και του 2026, η ασφαλιστική ικανότητα και τα απογοητευτικά στοιχεία των προηγούμενων ρυθμίσεων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα Η νέα ρύθμιση των έως 120 δόσεων για παλαιές οφειλές προς την Εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία παρουσιάστηκε ως μια σημαντική ανάσα για νοικοκυριά, ελεύθερους επαγγελματίες και επιχειρήσεις που βρίσκονται αντιμέτωποι με συσσωρευμένα χρέη. Η αύξηση από τις 72 στις 120 δόσεις είναι ασφαλώς θετική, καθώς μειώνει τη μηνιαία επιβάρυνση. Το κρίσιμο ερώτημα, όμως, δεν είναι μόνο πόσες δόσεις δίνονται. Το ερώτημα είναι αν ο οφειλέτης μπορεί πραγματικά να τις πληρώνει μέχρι την τελευταία. Και εδώ τα δεδομένα των προηγούμενων ρυθμίσεων δεν αφήνουν πολλά περιθώρια εφησυχασμού. ■ Το 5,84% και η σύγκριση με το 3% του εξωδικαστικού Ένα από τα πρώτα ζητήματα που προκαλούν προβληματισμό είναι το επιτόκιο. Η νέα ρύθμιση προβλέπει επιτόκιο 5,84%, δηλαδή το ίδιο επιτόκιο που ισχύει για την πάγια ρύθμιση των 24 δόσεων. Το ερώτημα είναι απλό: Γιατί 5,84%; Για έναν οφειλέτη που ζητά μια μακροχρόνια ρύθμιση επειδή αδυνατεί να εξυπηρετήσει το σύνολο των υποχρεώσεών του, ένα τέτοιο επιτόκιο κάθε άλλο παρά αμελητέο είναι. Και το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο έντονο όταν υπάρχει το παράδειγμα του εξωδικαστικού μηχανισμού. Στον εξωδικαστικό προβλέπεται για τις οφειλές προς το Δημόσιο και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης σταθερό επιτόκιο 3% για τρία χρόνια, ενώ παρέχεται δυνατότητα πολύ περισσότερων δόσεων, ανάλογα με την περίπτωση. Γιατί, λοιπόν, ο οφειλέτης που εντάσσεται στις 120 δόσεις να επιβαρύνεται με 5,84%; Γιατί να μην εφαρμοστεί ένα αντίστοιχο επιτόκιο της τάξης του 3%, ώστε να γίνει πραγματικά βιώσιμη η ρύθμιση; Η λογική θα έπρεπε να είναι απλή: μικρότερη επιβάρυνση σημαίνει μεγαλύτερη δυνατότητα συνέπειας και, τελικά, μεγαλύτερη πιθανότητα να εισπράξει το κράτος τα χρήματα. Μια ρύθμιση που χάνεται δεν ωφελεί ούτε τον οφειλέτη ούτε το Δημόσιο. ■ Πλήρωσε τα νέα χρέη για να ρυθμίσεις τα παλιά Ένα δεύτερο μεγάλο ζήτημα αφορά τις οφειλές που δημιουργήθηκαν το 2025 και το 2026. Η νέα ρύθμιση αφορά ληξιπρόθεσμες οφειλές έως και τις 31 Δεκεμβρίου 2024. Οι νεότερες οφειλές δεν εντάσσονται στις 120 δόσεις και αντιμετωπίζονται με την πάγια ρύθμιση, η οποία μπορεί να φτάσει έως τις 24 δόσεις. Έτσι δημιουργείται μια ιδιαίτερα δύσκολη κατάσταση. Ένας πολίτης μπορεί να πρέπει να πληρώνει: 120 δόσεις για τα παλιά χρέη και ταυτόχρονα έως 24 δόσεις για τις νεότερες οφειλές. Και όλα αυτά ενώ συνεχίζουν κανονικά: - οι τρέχουσες φορολογικές υποχρεώσεις, - οι ασφαλιστικές εισφορές, - τα έξοδα διαβίωσης, - το ενοίκιο, - η ενέργεια, - οι τραπεζικές υποχρεώσεις, - οι υποχρεώσεις προς προμηθευτές, - και, για τις επιχειρήσεις, μισθοδοσία και λειτουργικά έξοδα. Εδώ βρίσκεται μια μεγάλη αντίφαση. Εάν ένας άνθρωπος ή μια επιχείρηση έχει δημιουργήσει νέες οφειλές το 2025 και το 2026 ακριβώς επειδή δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, πώς θα μπορέσει τώρα να τις εξοφλήσει ή να τις ρυθμίσει σε πολύ λιγότερες δόσεις, ώστε να αποκτήσει πρόσβαση στη μακροχρόνια ρύθμιση των παλαιών χρεών; Η οικονομική πραγματικότητα δεν λειτουργεί με ξεχωριστά «κουτάκια». Το νοικοκυριό έχει ένα εισόδημα. Η επιχείρηση έχει έναν τζίρο και συγκεκριμένα λειτουργικά έξοδα. Και από αυτά πρέπει να πληρωθούν όλες οι υποχρεώσεις. Τι άλλαξε με την Ευρώπη; Υπάρχει και ένα ακόμη ερώτημα που χρειάζεται καθαρή απάντηση. Πριν από λίγους μήνες, στη δημόσια συζήτηση για την επαναφορά μιας ρύθμισης 120 δόσεων είχε προβληθεί το επιχείρημα ότι υπήρχαν ευρωπαϊκοί περιορισμοί που δεν επέτρεπαν μια τέτοια λύση με τους όρους που ζητούσαν οι φορείς και οι οφειλέτες. Σήμερα, όμως, η κυβέρνηση προχωρά σε ρύθμιση έως 120 δόσεων. Τι άλλαξε; Άλλαξε το ευρωπαϊκό πλαίσιο; Άλλαξε η στάση των ευρωπαϊκών θεσμών; Άλλαξαν οι δημοσιονομικές συνθήκες; Ή μήπως η κατάσταση των ληξιπρόθεσμων οφειλών έγινε πλέον τόσο πιεστική ώστε κρίθηκε αναγκαία η επαναφορά μιας μεγάλης ρύθμισης; Το ερώτημα δεν τίθεται για λόγους αντιπολιτευτικής κριτικής. Τίθεται επειδή οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν τι ακριβώς άλλαξε μέσα σε λίγους μήνες. Το προηγούμενο των 72 δόσεων Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι η νέα ρύθμιση δεν ξεκινά από μηδενική βάση. Υπάρχει ήδη η εμπειρία των προηγούμενων ρυθμίσεων. Και τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΚΕΑΟ για το τέλος του 2025, από τις 61.848 ρυθμίσεις των 72 δόσεων, είχαν απολεσθεί 29.409. Δηλαδή περίπου 47,5%. Σχεδόν μία στις δύο. Ακόμη πιο εντυπωσιακά είναι τα στοιχεία για την παλαιότερη ρύθμιση των 120 δόσεων. Από 610.509 ρυθμίσεις, είχαν απολεσθεί 314.600, δηλαδή περίπου 51,5%. Με άλλα λόγια, περισσότερες από τις μισές ρυθμίσεις είχαν χαθεί. Και στην έκτακτη ρύθμιση του 2023, η εικόνα ήταν ακόμη πιο δυσμενής: από 54.947 ρυθμίσεις, είχαν απολεσθεί 41.119, ποσοστό περίπου 74,8%. Αυτοί οι αριθμοί πρέπει να προβληματίσουν. Γιατί δείχνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι απλώς να δοθεί μια ρύθμιση. Το πρόβλημα είναι να μπορεί ο οφειλέτης να την τηρήσει. Οι 120 δόσεις δεν πρέπει να γίνουν ένας ακόμη φαύλος κύκλος Ο κίνδυνος είναι προφανής. Ο οφειλέτης μπαίνει στις 120 δόσεις για τα παλιά χρέη. Παράλληλα προσπαθεί να εξυπηρετήσει τις νεότερες οφειλές σε έως 24 δόσεις. Και την ίδια στιγμή συνεχίζει να πληρώνει τις τρέχουσες υποχρεώσεις. Εάν το διαθέσιμο εισόδημα δεν επαρκεί, δημιουργούνται νέα ληξιπρόθεσμα. Και τότε ο κύκλος επαναλαμβάνεται: ρύθμιση → νέα χρέη → αδυναμία πληρωμής → απώλεια ρύθμισης → νέες προσαυξήσεις → νέα ανάγκη για ρύθμιση. Αυτό ακριβώς πρέπει να αποφευχθεί. ■ Τι σημαίνει η απώλεια μιας ρύθμισης; Η απώλεια μιας ρύθμισης δεν είναι απλώς η απώλεια μιας διευκόλυνσης. Για τους οφειλέτες του e-ΕΦΚΑ μπορεί να έχει σημαντικές συνέπειες σε σχέση με την ασφαλιστική ενημερότητα και την ασφαλιστική κατάσταση, ενώ η τήρηση της ρύθμισης αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τη διατήρηση των σχετικών δικαιωμάτων. Για έναν ελεύθερο επαγγελματία ή μια μικρή επιχείρηση, η ασφαλιστική κατάσταση δεν είναι μια τυπική λεπτομέρεια. Μπορεί να επηρεάσει την καθημερινή λειτουργία της επιχείρησης, συναλλαγές, διαδικασίες και την πρόσβαση σε παροχές. Γι' αυτό και μια ρύθμιση που χάνεται επειδή ο οφειλέτης δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί σε ένα υπερβολικά βαρύ συνολικό φορτίο μπορεί να οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερο οικονομικό αδιέξοδο. ■ Και η παραγραφή; Υπάρχει όμως και ένα ακόμη θέμα που δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητο: η παραγραφή των παλαιών ασφαλιστικών οφειλών. Η νομοθεσία προβλέπει συγκεκριμένους χρόνους παραγραφής και προϋποθέσεις. Για τις ασφαλιστικές οφειλές υπάρχουν κανόνες που διαφοροποιούνται ανάλογα με τον χρόνο στον οποίο ανάγονται. Ταυτόχρονα, όμως, ο e-ΕΦΚΑ αναφέρει ότι γεγονότα όπως η ρύθμιση οφειλής, η καταβολή έναντι οφειλής και η ατομική ειδοποίηση μπορούν να επηρεάσουν την παραγραφή. Αυτό σημαίνει ότι ένας ασφαλισμένος με πολύ παλιές οφειλές δεν θα πρέπει να προχωρά μηχανικά σε ρύθμιση όλων των ποσών που εμφανίζονται ως οφειλόμενα. Προηγουμένως χρειάζεται έλεγχος. Ποιες οφειλές είναι πραγματικά απαιτητές; Ποιες έχουν παραγραφεί; Ποιες βρίσκονται κοντά στην παραγραφή; Ποια είναι η επίδραση της υπαγωγής σε ρύθμιση; Γιατί μια ρύθμιση δεν πρέπει να οδηγεί τον οφειλέτη να παραιτηθεί, άμεσα ή έμμεσα, από δικαιώματα που μπορεί να έχει έναντι παλαιών απαιτήσεων. ■ Το ιδιωτικό χρέος δεν είναι μόνο Εφορία και ΕΦΚΑ Υπάρχει και μια ακόμη σημαντική διάσταση. Ένας υπερχρεωμένος πολίτης δεν χρωστά απαραίτητα μόνο στο Δημόσιο. Μπορεί να έχει ταυτόχρονα: Εφορία, ΕΦΚΑ, τράπεζες, servicers, ενοίκιο, ενέργεια και καθημερινές υποχρεώσεις. Οι 120 δόσεις αντιμετωπίζουν μόνο ένα τμήμα αυτού του συνολικού προβλήματος. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους για τους οποίους ο εξωδικαστικός μηχανισμός έχει διαφορετική λογική: επιχειρεί να αντιμετωπίσει συνολικά τις οφειλές προς Δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία, τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης. Άρα το ερώτημα παραμένει: Γιατί να μην υπάρχει μια πραγματικά συνολική και βιώσιμη λύση για το ιδιωτικό χρέος; ■ Και το κούρεμα των προσαυξήσεων; Ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα είναι τι γίνεται με τις προσαυξήσεις, τους τόκους και τις επιβαρύνσεις που έχουν συσσωρευτεί όλα αυτά τα χρόνια. Για έναν οφειλέτη που έχει δημιουργήσει μια παλιά οφειλή, το αρχικό κεφάλαιο μπορεί σήμερα να έχει αυξηθεί σημαντικά εξαιτίας των προσαυξήσεων. Έτσι, ακόμη και αν δοθούν 120 δόσεις, ο οφειλέτης καλείται να αποπληρώσει όχι μόνο την αρχική οφειλή, αλλά και ένα σημαντικό πρόσθετο ποσό που έχει δημιουργηθεί από τις επιβαρύνσεις. Το ερώτημα, επομένως, είναι εύλογο: Πόσο πραγματικά βοηθά μια ρύθμιση 120 δόσεων, εάν το συνολικό ποσό της οφειλής παραμένει υπερβολικά υψηλό λόγω των προσαυξήσεων; Μια πραγματικά βιώσιμη ρύθμιση θα μπορούσε να προβλέπει ουσιαστικό «κούρεμα» των προσαυξήσεων, με το ποσοστό της διαγραφής να συνδέεται με τον αριθμό των δόσεων και, κυρίως, με τη συνέπεια του οφειλέτη. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, να προβλέπεται μεγαλύτερη διαγραφή των προσαυξήσεων για όσους επιλέγουν να εξοφλήσουν νωρίτερα ή για όσους παραμένουν συνεπείς καθ' όλη τη διάρκεια της ρύθμισης. Έτσι, το κράτος δεν θα «χαρίζει» απλώς χρέος. Θα δημιουργεί ένα ισχυρό κίνητρο για πραγματική και μακροχρόνια συνέπεια. Άλλωστε, μια προσαύξηση που δεν πρόκειται ποτέ να εισπραχθεί επειδή η συνολική οφειλή είναι πλέον αδύνατο να εξυπηρετηθεί, δεν αποτελεί πραγματικό έσοδο για το Δημόσιο. Αντίθετα, μια γενναία μείωση των προσαυξήσεων μπορεί να κάνει την οφειλή διαχειρίσιμη και να αυξήσει τις πιθανότητες να εισπραχθεί το βασικό ποσό. Και εδώ βρίσκεται η ουσία: Το ζητούμενο δεν είναι να εμφανίζεται στα βιβλία του Δημοσίου ένα όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ποσό οφειλής. Το ζητούμενο είναι να εισπραχθεί πραγματικά. Τι θα έκανε πραγματικά βιώσιμες τις 120 δόσεις; Πρώτα απ' όλα, ένα χαμηλότερο επιτόκιο, στα πρότυπα του 3% του εξωδικαστικού. Δεύτερον, μια δυνατότητα αντιμετώπισης των νεότερων οφειλών μαζί με τις παλαιές, όταν αποδεδειγμένα προέρχονται από την ίδια οικονομική αδυναμία. Τρίτον, πραγματικό και ουσιαστικό κούρεμα των προσαυξήσεων, ώστε το ποσό που τελικά καλείται να αποπληρώσει ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται περισσότερο στην πραγματική του δυνατότητα. Τέταρτον, ένας μηχανισμός που θα επιτρέπει στον οφειλέτη να προσαρμόζει τη δόση όταν μεταβάλλεται ουσιαστικά η οικονομική του κατάσταση. Πέμπτον, πραγματική δυνατότητα επανένταξης όταν υπάρχει πρόσκαιρη αδυναμία πληρωμής και όχι αυτόματος αποκλεισμός. Και, κυρίως, ένας μηχανισμός που θα μετρά την επιτυχία όχι από το πόσοι μπήκαν στη ρύθμιση, αλλά από το πόσοι έφτασαν μέχρι την τελευταία δόση. Γιατί αυτό είναι το πραγματικό ζητούμενο. ■ Η κρίσιμη ερώτηση Οι 120 δόσεις είναι ασφαλώς καλύτερες από τις 72. Αλλά η αύξηση του αριθμού των δόσεων από μόνη της δεν αρκεί. Με επιτόκιο 5,84%, με τις οφειλές του 2025 και του 2026 να αντιμετωπίζονται ξεχωριστά, με τις τρέχουσες υποχρεώσεις να συνεχίζουν κανονικά, με ουσιαστικό κούρεμα των προσαυξήσεων και με την εμπειρία των προηγούμενων ρυθμίσεων να δείχνει τόσο υψηλά ποσοστά απώλειας, το ερώτημα παραμένει: Μήπως κινδυνεύουμε να δημιουργήσουμε ακόμη μία ρύθμιση που θα ξεκινήσει με μεγάλες προσδοκίες και θα καταλήξει, λίγα χρόνια αργότερα, με χιλιάδες χαμένες ρυθμίσεις και ακόμη περισσότερα ληξιπρόθεσμα χρέη; Η κυβέρνηση έχει κάνει ένα βήμα. Τώρα πρέπει να κάνει τη ρύθμιση πραγματικά βιώσιμη. Γιατί δεν έχει σημασία πόσοι θα μπουν στις 120 δόσεις. Σημασία έχει πόσοι θα μπορέσουν να φτάσουν μέχρι την τελευταία. Και εκεί ακριβώς θα κριθεί αν οι 120 δόσεις θα αποτελέσουν πραγματική λύση ή απλώς μια ακόμη παράταση του προβλήματος. Παναγιώτης Ράγγος Λογιστής Φοροτεχνικός Α΄ Τάξης - Οικονομολόγος Πιστοποιημένος Εσωτερικός Ελεγκτής Previous Next