Η απαγόρευση έκπτωσης των μη καταβληθεισών ασφαλιστικών εισφορών από τα ακαθάριστα έσοδα των επιχειρήσεων (ΣτΕ 703/25) Διοικούμενος επιτηδευματίας καταλόγισε στη Φορολογική του Δήλωση ως έκπτωτες δαπάνες που δεν είχαν όμως στην πραγματικότητα καταβληθεί, με δήλωση επιφύλαξης. Η αρμόδια Φορολογική Αρχή (ΔΟΥ Καλαμαριάς) δεν δέχτηκε τις εν λόγω δαπάνες ως έκπτωτες του φορολογικού εισοδήματος και με τη σειρά τους τα δικαστήρια της ουσίας στα οποία κατέφυγε ο Διοικούμενος έκριναν ότι η μη αναγνώριση έκπτωσης δαπάνης λόγω μη εκπλήρωσης νόμιμης υποχρέωσης δεν παραβιάζει τη συνταγματική αρχή της φορολόγησης του πραγματικού εισοδήματος. Η υπόθεση έφτασε μέχρι το Συμβούλιο της Επικρατείας το οποίο συντάχθηκε με τα Δικαστήρια της ουσίας, ερμηνεύοντας την συγκεκριμένη ρύθμιση ως θεσπιζόμενη με σκοπό την προστασία του ασφαλιστικού συστήματος, η οποία επιτυγχάνεται πάντοτε με την καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών. Το ΣτΕ με την υπ’ αρίθμ. 703/25 απόφασή του απεφάνθη ότι… «Επειδή, με την ένδικη προσφυγή ο αναιρεσείων είχε προβάλει ότι, κατά παράβαση του άρθρου 78 παρ. 1 του Συντάγματος, το οποίο επιβάλλει την φορολόγηση του πραγματικού εισοδήματος, δεν γίνεται δεκτή η έκπτωση των δαπανών βάσει της γέννησης της αξίωσής τους, σε αντίθεση με το ενεργητικό, στο οποίο προστίθενται όλα τα έσοδα ανεξαρτήτως της πραγματικής καταβολής τους. Ο λόγος απορρίφθηκε ως αβάσιμος από το διοικητικό εφετείο, το οποίο, καθ’ ερμηνεία των άρθρων 22 και 23 περ. γ΄ του ΚΦΕ/2013, σε συνδυασμό με το άρθρο 26 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951 “Περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων” (Α΄ 179), έκρινε ότι: «με την διάταξη του άρθρου 23 περ. γ΄ του ΚΦΕ/2013, η οποία ενσωματώνει προγενέστερη νομολογία (βλ. ΣτΕ 357/2000, 3992/1989), δεν επιβάλλεται φόρος επί μη πραγματικών εισοδημάτων, διότι ο νομοθέτης, στο πλαίσιο της ευρείας ευχέρειας που διαθέτει να διαμορφώνει εκάστοτε το οικείο φορολογικό σύστημα -υπό την προϋπόθεση, πάντως, ότι οι σχετικές ρυθμίσεις γίνονται βάσει γενικών και αντικειμενικών κριτηρίων- (ΣτΕ 1222/2017, βλ. και ΣτΕ Ολ. 2563/2015, 1972/2012 κ.ά.), καθόρισε ως χρόνο έκπτωσης των [περί ασφαλιστικών εισφορών] δαπανών τον χρόνο καταβολής αυτών και όχι τον χρόνο στον οποίο αυτές ανάγονται. Και τούτο ευλόγως, προκειμένου να δοθεί ένα επιπλέον κίνητρο στους εργοδότες για έγκαιρη καταβολή των ασφαλιστικών εισφορών, ήτοι για λόγο που ανάγεται στο γενικότερο δημόσιο συμφέρον, και συγκεκριμένα στην προστασία της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού φορέα (ΣτΕ 778/2018). Καθόσον δε ο [αναιρεσείων] αποδέχεται ότι δεν κατέβαλε τις ασφαλιστικές εισφορές, ο ίδιος βαρύνεται, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 5 του α.ν. 1846/1951, για την καταβολή του συνόλου τους, ήτοι τόσο του τμήματος της εργοδοτικής εισφοράς όσο και του τμήματος που βαρύνει τους εργαζομένους». Με τον πρώτο λόγο του εισαγωγικού δικογράφου της κρινόμενης αίτησης ο αναιρεσείων επαναφέρει τον προεκτεθέντα λόγο της προσφυγής και διατείνεται ότι, επί του ζητήματος της συμφωνίας «[…] με τα άρθρα 78 παρ. 1, 4 και 4 παρ. 5 του Συντάγματος της διάταξης που απαγορεύει την έκπτωση δαπανών (ασφαλιστικών εισφορών) αν αυτές δεν έχουν καταβληθεί [...]», δεν υπάρχει νομολογία. Ο λόγος προβάλλεται παραδεκτώς, πρέπει όμως να απορριφθεί ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι η μη αναγνώριση έκπτωσης δαπάνης για λόγους αναγόμενους σε μη εκπλήρωση νόμιμης υποχρέωσης, συνδεόμενης με την δαπάνη, δεν απαγορεύεται από το Σύνταγμα (πρβλ. ΣτΕ 4116/1997 σκ. 14 και ΣτΕ 1932/2023 σκ. 6). Εν προκειμένω, στο πλαίσιο της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει προς διαμόρφωση του φορολογικού συστήματος, ο νομοθέτης, αποβλέποντας στη διασφάλιση της βιωσιμότητας του ασφαλιστικού συστήματος, η οποία είχε καταστεί όλως επισφαλής (βλ. Πρακτικά Βουλής, ΙΕ΄ περίοδος, σύνοδος Α΄ συνεδριάσεις ΣΙΖ/16.7.2013 σελ. 14820 και ΣΙΗ/17.7.2013 σελ. 14965-14966), θέσπισε την κρίσιμη διάταξη του άρθρου 23 περ. γ΄ του ΚΦΕ/2013, με την οποία όρισε ότι δεν αποτελούν εκπιπτόμενη δαπάνη οι μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές. Η ρύθμιση αυτή, η οποία συνδέει τη δυνατότητα έκπτωσης της εν λόγω δαπάνης με την εκπλήρωση της νόμιμης υποχρέωσης του εργοδότη προς την εν τοις πράγμασι καταβολή των οριζόμενων στη νομοθεσία περί κοινωνικής ασφάλισης ασφαλιστικών εισφορών, είναι συνταγματικώς επιτρεπτή, κατά τα προλεχθέντα, δεδομένου, άλλωστε, ότι αποσκοπεί στη φορολόγηση πραγματικού και όχι πλασματικού εισοδήματος.» Ως προς το ζήτημα της εκφρασθείσας επιφύλαξης εκ μέρους του Διοικουμένου το ΣΤΕ έκρινε πως ορθώς….. «Το δικάσαν διοικητικό εφετείο, αφού παρέθεσε το άρθρο 20 (“Δήλωση με επιφύλαξη”) του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ΚΦΔ, ν. 4174/2013, Α΄ 170), απέρριψε τον λόγο με την σκέψη ότι η επιφύλαξη που είχε διατυπώσει ο αναιρεσείων ως προς το εν λόγω κεφάλαιο «[…] θεωρείται ανύπαρκτη και η φορολογική αρχή δεν υποχρεούνταν να την εξετάσει (ΣτΕ 2503/1994, 3634/1992)», διότι «[…] η επιφύλαξη […] δεν ήταν ειδική και ορισμένη, υπό την έννοια ότι δεν ανέφερε ούτε την κρίσιμη διάταξη, ούτε τον ειδικότερο λόγο για τον οποίο υπήρχε “ασάφεια”….». Στοιχεία Επικοινωνίας: Αθανάσιος Στάμου & Συνεργάτες Δ: Φειδίου 18, Αθήνα, T.K 10678 Τ: +30 694 792 9196 & +30 213 040 6404 Ε: Αυτή η διεύθυνση Email προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. W: Previous Next