Εταιρική «μπάμπουσκα»: Πώς αλλάζει το επιχειρηματικό σχήμα, αλλά τα χρέη παραμένουν Νέα Επικαιρότητα Η διαδοχή εταιρειών, οι μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων και οι οφειλές που μένουν ανεξόφλητες. Πώς λειτουργεί το φαινόμενο, τι προβλέπει η ελληνική νομοθεσία και πότε μπορεί να προκύψουν ευθύνες. Μια επιχείρηση συσσωρεύει χρέη προς το Δημόσιο, ασφαλιστικούς φορείς, τράπεζες ή προμηθευτές. Στη συνέχεια, η δραστηριότητά της ενδέχεται να συνεχιστεί μέσω ενός διαφορετικού εταιρικού σχήματος, ενώ οι παλαιές οφειλές εξακολουθούν να βαρύνουν την αρχική εταιρεία. Αυτή είναι η εικόνα που περιγράφει μεταφορικά ο όρος «εταιρική μπάμπουσκα». Η ονομασία παραπέμπει στις παραδοσιακές ρωσικές κούκλες, οι οποίες κρύβουν στο εσωτερικό τους μικρότερες, και χρησιμοποιείται για να αποδώσει την ύπαρξη διαδοχικών εταιρικών σχημάτων γύρω από μια επιχειρηματική δραστηριότητα. Το φαινόμενο δεν αποτελεί αυτοτελή νομικό όρο ούτε σημαίνει ότι κάθε επιχείρηση που ιδρύει μια νέα εταιρεία επιχειρεί να αποφύγει τις υποχρεώσεις της. Περιγράφει, όμως, ένα υπαρκτό πρόβλημα για τους πιστωτές και τους ελεγκτικούς μηχανισμούς: την περίπτωση κατά την οποία η εμπορική δραστηριότητα εξακολουθεί να υπάρχει, αλλά η εταιρεία που οφείλει χρήματα δεν διαθέτει επαρκή περιουσία για να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν πρόκειται για νόμιμη επιχειρηματική αναδιοργάνωση ή αν υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι συγκεκριμένες ενέργειες έγιναν με σκοπό να ματαιωθεί η ικανοποίηση των πιστωτών. Πώς λειτουργεί η εταιρική «μπάμπουσκα» Σε μια τέτοια περίπτωση, μια επιχείρηση μπορεί να αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα και να αδυνατεί να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της. Παράλληλα, μέρος ή το σύνολο της επιχειρηματικής δραστηριότητας μπορεί να μεταφερθεί σε διαφορετικό νομικό πρόσωπο, μέσω συναλλαγών που πρέπει να εξεταστούν ως προς τη νομιμότητα και την οικονομική τους ουσία. Η δυσκολία εμφανίζεται όταν η αρχική εταιρεία παραμένει με τις οφειλές, αλλά χωρίς επαρκή περιουσιακά στοιχεία για την ικανοποίηση των απαιτήσεων. Οι πιστωτές εξακολουθούν να διεκδικούν τα χρήματά τους, όμως η είσπραξη μπορεί να γίνει δυσκολότερη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι μεταβιβάσεις και η αλλαγή εταιρικής δομής μπορεί να αποτελούν μέρος μιας νόμιμης αναδιάρθρωσης. Σε άλλες, ενδέχεται να υπάρχουν ενδείξεις ότι περιουσιακά στοιχεία απομακρύνθηκαν από τον οφειλέτη με τρόπο που ζημιώνει τους πιστωτές. Η διάκριση δεν γίνεται από την ονομασία της νέας εταιρείας, την αλλαγή του διαχειριστή ή την ύπαρξη κοινών προσώπων. Χρειάζεται να εξεταστούν οι συναλλαγές, τα ανταλλάγματα, η οικονομική κατάσταση των εταιρειών και οι πραγματικές συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκαν. Ένα παράδειγμα για το πώς μπορεί να λειτουργήσει Ας υποθέσουμε ότι η εταιρεία «Α» δραστηριοποιείται στο εμπόριο και έχει δημιουργήσει οφειλές ύψους 500.000 ευρώ προς προμηθευτές και δημόσιους φορείς. Η εταιρεία διαθέτει εξοπλισμό, εμπορεύματα και οργανωμένη εμπορική δραστηριότητα. Σε ένα υποθετικό σενάριο, μέρος αυτής της δραστηριότητας μεταφέρεται σε μια δεύτερη εταιρεία, την «Β», ενώ η πρώτη εξακολουθεί να οφείλει τα χρήματα που συσσώρευσε. Η εταιρεία «Β» συνεχίζει να δραστηριοποιείται στην αγορά, ενώ η «Α» μένει με περιορισμένα περιουσιακά στοιχεία. Οι πιστωτές της αρχικής εταιρείας μπορεί να δυσκολεύονται να εισπράξουν, καθώς η περιουσία που παραμένει σε αυτήν ενδέχεται να μην επαρκεί για την κάλυψη των οφειλών. Σε αυτή την περίπτωση, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι απλώς ότι δημιουργήθηκε μια δεύτερη εταιρεία. Είναι αν οι μεταβιβάσεις έγιναν νόμιμα, αν υπήρξε πραγματικό και επαρκές αντάλλαγμα, ποια περιουσιακά στοιχεία μεταφέρθηκαν και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την ευθύνη άλλων προσώπων ή εταιρειών. Εάν αποδειχθεί ότι πραγματοποιήθηκαν πράξεις με σκοπό την απόκρυψη περιουσίας ή τη ματαίωση της ικανοποίησης πιστωτών, μπορεί να προκύψουν αστικές ή ποινικές συνέπειες, ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά και τις εφαρμοστέες διατάξεις. Το παράδειγμα είναι υποθετικό και δεν αφορά συγκεκριμένη επιχείρηση ή πραγματική υπόθεση. Ποιες ενδείξεις μπορεί να προκαλέσουν έλεγχο Η διερεύνηση τέτοιων υποθέσεων μπορεί να εστιάσει σε συγκεκριμένα στοιχεία: Μεταβιβάσεις περιουσιακών στοιχείων: Αν εξοπλισμός, εμπορεύματα ή άλλα στοιχεία μεταφέρθηκαν από την εταιρεία που χρωστά σε άλλο πρόσωπο ή εταιρεία και υπό ποιους όρους. Συνέχιση της ίδιας δραστηριότητας: Αν μια νέα εταιρεία συνεχίζει ουσιαστικά την προηγούμενη δραστηριότητα και ποια είναι η σχέση των δύο σχημάτων. Εταιρικές διασυνδέσεις: Αν υπάρχουν κοινά πρόσωπα, διοικητικές σχέσεις ή συναλλαγές που χρειάζονται περαιτέρω διερεύνηση. Αποδυνάμωση της περιουσίας: Αν οι συναλλαγές είχαν ως αποτέλεσμα να περιοριστούν τα περιουσιακά στοιχεία από τα οποία θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν οι πιστωτές. Συνθήκες και σκοπός των συναλλαγών: Αν πρόκειται για πραγματική επιχειρηματική αναδιοργάνωση ή αν υπάρχουν στοιχεία που υποδεικνύουν πρόθεση αποφυγής υποχρεώσεων. Καμία από αυτές τις ενδείξεις δεν αποδεικνύει από μόνη της παράνομη συμπεριφορά. Απαιτείται εξέταση του συνόλου των στοιχείων και εφαρμογή των αντίστοιχων νομικών κανόνων. Τι προβλέπει η ελληνική νομοθεσία Το ελληνικό δίκαιο προβλέπει συγκεκριμένους μηχανισμούς προστασίας των πιστωτών, τόσο στο αστικό όσο και στο ποινικό πεδίο. Το άρθρο 397 του Ποινικού Κώδικα, με τίτλο «Καταδολίευση δανειστών», προβλέπει ποινικές συνέπειες για συγκεκριμένες πράξεις με τις οποίες ο οφειλέτης εν γνώσει του ματαιώνει ολικά ή μερικά την ικανοποίηση του δανειστή του, εκποιώντας ή αποκρύπτοντας περιουσιακά στοιχεία. Η διάταξη περιλαμβάνει επίσης ειδικότερες περιπτώσεις που αφορούν βέβαιες και εκκαθαρισμένες απαιτήσεις και προβλέπει αυστηρότερες ποινές όταν η ζημία είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Η εφαρμογή της εξαρτάται από τις προϋποθέσεις που ορίζει ο νόμος και τα πραγματικά περιστατικά κάθε υπόθεσης. Παράλληλα, το άρθρο 479 του Αστικού Κώδικα ρυθμίζει την ευθύνη που μπορεί να προκύψει όταν μεταβιβάζεται περιουσία ή επιχείρηση. Υπό τις νόμιμες προϋποθέσεις, ο αποκτών μπορεί να ευθύνεται απέναντι στους πιστωτές έως την αξία των μεταβιβαζόμενων στοιχείων για χρέη που συνδέονται με την περιουσία ή την επιχείρηση, ενώ η ευθύνη του μεταβιβάζοντος εξακολουθεί να υπάρχει. Η εφαρμογή του άρθρου 479 ΑΚ δεν είναι αυτόματη σε κάθε μεταβίβαση μεμονωμένου στοιχείου ή σε κάθε ίδρυση νέας εταιρείας. Η νομολογία εξετάζει, μεταξύ άλλων, την έκταση της μεταβίβασης, τη σχέση της με το σύνολο ή το ουσιώδες μέρος της περιουσίας και τις συνθήκες υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε. Επιπλέον, ειδικοί κανόνες μπορεί να ισχύουν όταν η μεταβίβαση πραγματοποιείται στο πλαίσιο νόμιμης διαδικασίας εξυγίανσης ή αφερεγγυότητας. Επομένως, η αλλαγή εταιρικού σχήματος δεν συνεπάγεται από μόνη της ούτε αυτόματη απαλλαγή από τα χρέη ούτε αυτόματη ευθύνη της νέας εταιρείας. Η αξιολόγηση εξαρτάται από τη συγκεκριμένη νομική και πραγματική κατάσταση. Γιατί οι πιστωτές δυσκολεύονται να εισπράξουν Όταν μια εταιρεία δεν διαθέτει επαρκή περιουσία, οι πιστωτές μπορεί να χρειαστεί να αναζητήσουν στοιχεία για προηγούμενες συναλλαγές, μεταβιβάσεις και σχέσεις μεταξύ διαφορετικών νομικών προσώπων. Η διαδικασία μπορεί να είναι χρονοβόρα και να απαιτεί νομική και οικονομική διερεύνηση. Οι πιστωτές ενδέχεται να χρειαστεί να προσφύγουν στα αρμόδια δικαστήρια, προκειμένου να διεκδικήσουν τις απαιτήσεις τους ή να αμφισβητήσουν συγκεκριμένες πράξεις, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στους μεγάλους πιστωτές. Ένας μικρός προμηθευτής μπορεί να αντιμετωπίσει σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας αν δεν πληρωθεί για προϊόντα ή υπηρεσίες που έχει ήδη παραδώσει. Αντίστοιχα, οι ανεξόφλητες οφειλές προς το Δημόσιο επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα της είσπραξης δημόσιων εσόδων. Η έγκαιρη παρακολούθηση των απαιτήσεων, οι έλεγχοι φερεγγυότητας και η άμεση νομική αξιολόγηση ύποπτων συναλλαγών μπορούν να συμβάλουν στην προστασία των πιστωτών. Η ανάγκη για διαφάνεια και ουσιαστικό έλεγχο Η εταιρική πολυπλοκότητα δεν είναι από μόνη της παράνομη. Οι επιχειρήσεις μπορούν να δημιουργούν θυγατρικές, να μεταφέρουν δραστηριότητες και να αναδιοργανώνουν τη λειτουργία τους για νόμιμους οικονομικούς και επιχειρηματικούς λόγους. Το πρόβλημα προκύπτει όταν συγκεκριμένες πράξεις ενδέχεται να χρησιμοποιούνται για την απόκρυψη περιουσίας, την αποφυγή νόμιμων υποχρεώσεων ή τη ματαίωση απαιτήσεων πιστωτών. Η διαφάνεια στις συναλλαγές, η αποτελεσματική λειτουργία των ελεγκτικών μηχανισμών και η εφαρμογή της νομοθεσίας είναι κρίσιμες για την αντιμετώπιση τέτοιων περιπτώσεων. Ταυτόχρονα, η τεκμηρίωση κάθε υπόθεσης είναι απαραίτητη, ώστε να προστατεύονται οι νόμιμες επιχειρηματικές δραστηριότητες από αβάσιμες κατηγορίες. Σχόλιο: Όταν η δραστηριότητα συνεχίζεται, ποιος πληρώνει το κόστος; Το φαινόμενο της εταιρικής «μπάμπουσκας» αναδεικνύει ένα ουσιαστικό ζήτημα για την αγορά: τι συμβαίνει όταν μια επιχείρηση αφήνει πίσω της χρέη, αλλά η οικονομική δραστηριότητα που συνδέεται μαζί της εξακολουθεί να υπάρχει; Για έναν μικρό προμηθευτή, μια ανεξόφλητη απαίτηση μπορεί να σημαίνει απώλεια εισοδήματος και δυσκολία να καλύψει τις δικές του υποχρεώσεις. Για το Δημόσιο, οι οφειλές που δεν εισπράττονται περιορίζουν τα διαθέσιμα έσοδα. Για την αγορά συνολικά, η αίσθηση ότι κάποιοι μπορούν να αποφεύγουν τις υποχρεώσεις τους χωρίς συνέπειες υπονομεύει την εμπιστοσύνη και τον υγιή ανταγωνισμό. Η λύση, ωστόσο, δεν βρίσκεται στις γενικεύσεις ούτε στην εξίσωση κάθε επιχειρηματικής αποτυχίας με την παρανομία. Μια εταιρεία μπορεί να χρεοκοπήσει χωρίς να έχει διαπράξει αδίκημα, ενώ μια αναδιάρθρωση μπορεί να είναι απολύτως νόμιμη. Εκεί όπου υπάρχουν συγκεκριμένες ενδείξεις καταχρηστικών πρακτικών, χρειάζεται ουσιαστικός έλεγχος, διασταύρωση στοιχείων και απόδοση ευθυνών με βάση τις αποδείξεις. Η εταιρική μορφή δεν πρέπει να αποτελεί ούτε τεκμήριο ενοχής ούτε μέσο απόκρυψης ευθυνών. Το ζητούμενο είναι ένα πλαίσιο στο οποίο οι νόμιμες επιχειρηματικές αλλαγές προστατεύονται, οι πιστωτές έχουν πραγματική δυνατότητα διεκδίκησης των απαιτήσεών τους και οι παραβάσεις αντιμετωπίζονται αποτελεσματικά. Γιατί, όταν οι οφειλές παραμένουν ανεξόφλητες, το κόστος δεν εξαφανίζεται· συχνά μεταφέρεται σε εκείνους που έχουν τη μικρότερη δυνατότητα να το απορροφήσουν. Παναγιώτης Ράγγος Λογιστής Φοροτεχνικός Α΄ Τάξης - Πιστοποιημένος Εσωτερικός Ελεγκτή Previous Next