Η δημογραφική κρίση της Ελλάδας σε αριθμούς: Λιγότερα παιδιά, περισσότεροι ηλικιωμένοι και πίεση στο ασφαλιστικό Νέα Επικαιρότητα 65.594 γεννήσεις το 2025 – Οι πρώτοι μήνες του 2026 δεν αλλάζουν ακόμη τη μεγάλη εικόνα. Η Ελλάδα γερνά, ο φυσικός πληθυσμός μειώνεται και το δημογραφικό μετατρέπεται σε κρίσιμο οικονομικό και ασφαλιστικό ζήτημα. Η δημογραφική αλλαγή στην Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον μια πρόβλεψη για το μέλλον. Καταγράφεται ήδη στους αριθμούς. Λιγότερα παιδιά γεννιούνται κάθε χρόνο, οι θάνατοι παραμένουν πολύ περισσότεροι από τις γεννήσεις και η αναλογία ηλικιωμένων προς παιδιά αυξάνεται. Την ίδια στιγμή, η διάμεση ηλικία του πληθυσμού ανεβαίνει και η χώρα καλείται να αντιμετωπίσει τις συνέπειες μιας κοινωνίας που γερνά. Τα νεότερα διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δίνουν μια σαφή εικόνα της τάσης, ενώ τα πρώτα στοιχεία του 2026 δείχνουν ότι δεν έχει ακόμη υπάρξει ουσιαστική αντιστροφή της. ■ 65.594 γεννήσεις το 2025 Το 2025 καταγράφηκαν, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, 65.594 γεννήσεις. Πρόκειται για σημαντική υποχώρηση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Το 2020 είχαν καταγραφεί 84.764 γεννήσεις. Μέσα σε πέντε χρόνια ο αριθμός μειώθηκε κατά περίπου 19.200 γεννήσεις, δηλαδή σχεδόν 23%. Η πορεία είναι χαρακτηριστική: Έτος| Γεννήσεις 2020| 84.764 2021| 85.346 2022| 76.095 2023| 71.455 2024| 68.467 2025| 65.594 Η τάση είναι σαφής: μετά την προσωρινή άνοδο των γεννήσεων το 2021, ο αριθμός υποχωρεί κάθε χρόνο. ■ Τι δείχνουν οι πρώτοι μήνες του 2026 Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία αφορούν το Α΄ τρίμηνο του 2026. Κατά το διάστημα Ιανουαρίου–Μαρτίου 2026 καταγράφηκαν 15.946 γεννήσεις, έναντι 15.889 το αντίστοιχο διάστημα του 2025. Η αύξηση είναι μόλις 0,4%, δηλαδή 57 περισσότερες γεννήσεις. Τα στοιχεία είναι προσωρινά και αφορούν τις γεννήσεις που πραγματοποιήθηκαν στην ελληνική επικράτεια. Η μικρή αυτή αύξηση δεν αρκεί, από μόνη της, για να μιλήσουμε για αλλαγή της μακροχρόνιας τάσης. ■ Το κρίσιμο στοιχείο έρχεται αύριο Η ΕΛΣΤΑΤ έχει προγραμματίσει για 24 Σεπτεμβρίου 2026 τη δημοσίευση των προσωρινών στοιχείων για το Β΄ τρίμηνο του 2026. Τα στοιχεία αυτά θα επιτρέψουν για πρώτη φορά να εξεταστεί η πορεία των γεννήσεων στο πρώτο εξάμηνο του 2026 και να διαπιστωθεί εάν η μικρή άνοδος του πρώτου τριμήνου συνεχίστηκε ή όχι. Μέχρι τότε, οποιαδήποτε αναφορά σε αριθμούς του Β΄ τριμήνου θα ήταν πρόωρη. Οι θάνατοι παραμένουν πολύ περισσότεροι Η άλλη πλευρά της δημογραφικής εξίσωσης είναι ακόμη πιο καθοριστική. Το 2024 καταγράφηκαν 126.916 θάνατοι, έναντι 68.467 γεννήσεων. Η φυσική μεταβολή του πληθυσμού ήταν επομένως -58.449 άτομα. Με άλλα λόγια, χωρίς να υπολογίζονται οι μεταναστευτικές ροές, η Ελλάδα έχασε μέσα σε έναν χρόνο σχεδόν 58.500 ανθρώπους μόνο από τη διαφορά μεταξύ θανάτων και γεννήσεων. Η εξέλιξη των τελευταίων ετών είναι χαρακτηριστική: Έτος| Γεννήσεις| Θάνατοι| Φυσική μεταβολή 2020| 84.764| 131.025| -46.261 2021| 85.346| 143.904| -58.558 2022| 76.095| 140.792| -64.697 2023| 71.455| 128.097| -56.642 2024| 68.467| 126.916| -58.449 Το 2022 ήταν η χειρότερη χρονιά της συγκεκριμένης πενταετίας ως προς τη φυσική μεταβολή, με σχεδόν 65.000 περισσότερους θανάτους από γεννήσεις. Και οι θάνατοι του 2026 παραμένουν σε υψηλά επίπεδα Τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα εβδομαδιαία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ αφορούν τις πρώτες 27 εβδομάδες του 2026, δηλαδή έως τις 5 Ιουλίου. Κατά το διάστημα αυτό καταγράφηκαν 64.952 θάνατοι, έναντι 65.845 στο αντίστοιχο διάστημα του 2025. Πρόκειται για μείωση περίπου 1,4%. Τα στοιχεία είναι προσωρινά. Η μικρή υποχώρηση των θανάτων είναι θετική εξέλιξη ως προς το συγκεκριμένο μέγεθος, όμως δεν αλλάζει από μόνη της το βασικό δημογραφικό πρόβλημα: η χώρα εξακολουθεί να έχει πολύ περισσότερους θανάτους από γεννήσεις. ■ Η Ελλάδα γερνάει Το δημογραφικό πρόβλημα δεν είναι μόνο πόσα παιδιά γεννιούνται. Είναι και η ηλικιακή σύνθεση του πληθυσμού. Την 1η Ιανουαρίου 2025 ο εκτιμώμενος μόνιμος πληθυσμός της Ελλάδας ήταν περίπου 10,37 εκατομμύρια. Οι ηλικίες 0-14 ετών αποτελούσαν περίπου 12,8% του πληθυσμού, ενώ οι ηλικίες 65 ετών και άνω έφταναν το 23,7%. Ο δείκτης γήρανσης έφτασε τους 185,4 ανθρώπους ηλικίας 65 ετών και άνω για κάθε 100 παιδιά ηλικίας 0-14 ετών. Η εικόνα είναι αποκαλυπτική: για κάθε 100 παιδιά στην Ελλάδα αντιστοιχούν σχεδόν 185 άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω. Η διάμεση ηλικία έφτασε τα 47,2 χρόνια Τα νεότερα στοιχεία της Eurostat επιβεβαιώνουν τη γήρανση. Η διάμεση ηλικία του ελληνικού πληθυσμού έφτασε τα 47,2 έτη την 1η Ιανουαρίου 2025. Από το 2005 έως το 2025 η διάμεση ηλικία στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά περίπου 8 χρόνια. Η εξέλιξη αυτή τοποθετεί την Ελλάδα μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τον πλέον γερασμένο πληθυσμό. Δεν πρόκειται επομένως μόνο για «λιγότερα παιδιά». Πρόκειται για μια βαθιά αλλαγή της ίδιας της ηλικιακής πυραμίδας της χώρας. ■ Η μετανάστευση συγκρατεί τη μείωση Η φυσική μείωση του πληθυσμού δεν ταυτίζεται με την τελική μεταβολή του συνολικού πληθυσμού. Ο λόγος είναι η μετανάστευση. Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια έχει θετικό μεταναστευτικό ισοζύγιο, γεγονός που λειτουργεί ως αντίβαρο στη φυσική μείωση. Η εξέλιξη αυτή είναι σημαντική για τον συνολικό αριθμό των κατοίκων και για την αγορά εργασίας. Ωστόσο, δεν αλλάζει τη βασική δημογραφική πραγματικότητα: οι γεννήσεις δεν επαρκούν για να αντικαταστήσουν τους θανάτους. ■ Το δημογραφικό χτυπά την αγορά εργασίας Η δημογραφική γήρανση έχει άμεσες οικονομικές συνέπειες. Όταν οι νεότερες ηλικιακές ομάδες συρρικνώνονται, μειώνεται σταδιακά ο αριθμός των ανθρώπων που μπορούν να εισέλθουν στην αγορά εργασίας. Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι: - μικρότερο διαθέσιμο εργατικό δυναμικό, - μεγαλύτερες ελλείψεις εργαζομένων σε συγκεκριμένους κλάδους, - αυξημένη ανάγκη για παραγωγικότητα και τεχνολογία, - μεγαλύτερη σημασία της συμμετοχής των γυναικών και των μεγαλύτερων ηλικιών στην αγορά εργασίας, - και αυξημένη ανάγκη προσέλκυσης εργαζομένων μέσω μετανάστευσης. Η δημογραφική εξέλιξη, επομένως, συνδέεται άμεσα με το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας. ■ Το μεγάλο πρόβλημα: συντάξεις και ασφαλιστικό Ίσως η σημαντικότερη οικονομική επίπτωση βρίσκεται στο ασφαλιστικό. Το ελληνικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης βασίζεται σε σημαντικό βαθμό στη διαγενεακή αλληλεγγύη. Οι εισφορές των σημερινών εργαζομένων αποτελούν βασικό μέρος της χρηματοδότησης των σημερινών συνταξιούχων. Όταν όμως οι εργαζόμενοι μειώνονται και οι ηλικιωμένοι αυξάνονται, η σχέση αυτή γίνεται δυσκολότερη. Με απλά λόγια: λιγότεροι εργαζόμενοι καλούνται να στηρίξουν περισσότερους συνταξιούχους. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ασφαλιστικό σύστημα οδηγείται αυτομάτως σε κατάρρευση. Σημαίνει όμως ότι η δημογραφική εξέλιξη αυξάνει τη χρηματοδοτική πίεση και περιορίζει τα περιθώρια του συστήματος. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει επισημάνει ότι η δημογραφική γήρανση επηρεάζει αρνητικά την προσφορά εργασίας και το δυνητικό προϊόν, ενώ παράλληλα αυξάνει τις ανάγκες για συντάξεις, υγεία και μακροχρόνια φροντίδα. ■ Περισσότεροι ηλικιωμένοι, μεγαλύτερες ανάγκες υγείας Η γήρανση του πληθυσμού αυξάνει επίσης τις ανάγκες για υπηρεσίες υγείας και μακροχρόνιας φροντίδας. Οι μεγαλύτερες ηλικίες έχουν κατά μέσο όρο αυξημένες ανάγκες για ιατρική περίθαλψη, φαρμακευτική αγωγή, νοσηλεία και υποστήριξη στην καθημερινότητα. Άρα το δημογραφικό δημιουργεί μια διπλή πίεση στα δημόσια οικονομικά: από τη μία πλευρά μικρότερη δυνητική βάση εργαζομένων και εισφορών, από την άλλη μεγαλύτερες ανάγκες για συντάξεις, υγεία και φροντίδα. ■ Το κόστος δεν περιορίζεται στο κράτος Οι συνέπειες επεκτείνονται στην οικονομία και στην κοινωνία. Λιγότερα παιδιά σημαίνουν μικρότερη ζήτηση για σχολικές μονάδες σε αρκετές περιοχές, ενώ η γήρανση αυξάνει τη ζήτηση για υπηρεσίες υγείας και φροντίδας. Παράλληλα, η ερήμωση ορισμένων περιοχών της περιφέρειας μπορεί να ενταθεί, καθώς οι νεότερες ηλικίες συγκεντρώνονται περισσότερο στα μεγάλα αστικά κέντρα ή μετακινούνται στο εξωτερικό. Το δημογραφικό επομένως συνδέεται με την περιφερειακή ανάπτυξη, τη στελέχωση επιχειρήσεων, την εκπαίδευση, την κατοικία και την κοινωνική συνοχή. ■ Σχόλιο Η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια δημογραφική αλλαγή που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με έναν μόνο τρόπο ή με ένα μόνο μέτρο. Οι αριθμοί είναι σαφείς: οι γεννήσεις έχουν μειωθεί δραστικά σε σχέση με πριν από λίγα χρόνια, οι θάνατοι παραμένουν πολύ περισσότεροι από τις γεννήσεις και σχεδόν ένας στους τέσσερις κατοίκους είναι πλέον ηλικίας 65 ετών και άνω. Το πιο κρίσιμο στοιχείο, όμως, είναι ότι η δημογραφική αλλαγή μεταφέρεται από τον πληθυσμό στην οικονομία. Η συρρίκνωση των νεότερων γενεών σημαίνει ότι τις επόμενες δεκαετίες θα υπάρχουν αναλογικά λιγότεροι άνθρωποι σε ηλικία εργασίας. Την ίδια στιγμή, ο αριθμός των ανθρώπων που θα χρειάζονται συντάξεις, υπηρεσίες υγείας και μακροχρόνια φροντίδα θα παραμένει υψηλός. Αυτό καθιστά το δημογραφικό άμεσα συνδεδεμένο με τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος, τη χρηματοδότηση των συντάξεων, τις ανάγκες του ΕΣΥ, την αγορά εργασίας και τις δυνατότητες οικονομικής ανάπτυξης. Η απάντηση δεν βρίσκεται αποκλειστικά στην αύξηση των γεννήσεων. Αφορά ένα ευρύτερο πλέγμα πολιτικών: στήριξη των οικογενειών και της νέας γενιάς, αύξηση της απασχόλησης, παραγωγικότητα, προσέλκυση και ένταξη εργαζομένων, παραμονή νέων ανθρώπων στη χώρα, υγεία και ενεργό γήρανση. Και το πρώτο εξάμηνο του 2026 θα δώσει ένα ακόμη σημαντικό κομμάτι του παζλ. Στις 24 Σεπτεμβρίου, με τη δημοσίευση των στοιχείων του Β΄ τριμήνου από την ΕΛΣΤΑΤ, θα φανεί εάν η μικρή αύξηση των γεννήσεων που καταγράφηκε στο πρώτο τρίμηνο συνεχίστηκε ή εάν πρόκειται απλώς για μια προσωρινή διακύμανση. Μέχρι τότε, ένα συμπέρασμα παραμένει αδιαμφισβήτητο από τα επίσημα στοιχεία: η Ελλάδα έχει ήδη εισέλθει σε μια περίοδο έντονης δημογραφικής γήρανσης και η εξέλιξη αυτή αφορά πλέον όχι μόνο τον αριθμό των κατοίκων, αλλά το ίδιο το οικονομικό και ασφαλιστικό μοντέλο της χώρας. Παναγιώτης Ράγγος Λογιστής Φοροτεχνικός Α΄ Τάξης - Πιστοποιημένος Εσωτερικός Ελεγκτή Previous Next