Τεκμαρτό εισόδημα: Ποιοι κερδίζουν, ποιοι χάνουν και γιατί το κράτος πρέπει να αφήσει πίσω του τα τεκμήρια Νέα Επικαιρότητα Οι 156.000 επιχειρήσεις που παίρνουν φορολογική ανάσα, οι προσαυξήσεις που καταργούνται, τα πρόστιμα που μπορεί να κοστίσουν και το μεγάλο ερώτημα: γιατί το κράτος συνεχίζει να φορολογεί με τεκμήρια στην εποχή των POS και του myDATA; ■ Το τεκμαρτό εισόδημα μειώνεται, αλλά το τεκμήριο παραμένει. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα από τις αλλαγές που ανακοινώθηκαν στη ΔΕΘ για τους ελεύθερους επαγγελματίες και τις ατομικές επιχειρήσεις. Η κυβέρνηση επιχειρεί να περιορίσει τις στρεβλώσεις του υφιστάμενου συστήματος, καταργώντας τις πρόσθετες προσαυξήσεις που μπορούσαν να εκτοξεύσουν το ελάχιστο φορολογητέο εισόδημα. Συγκεκριμένα, καταργούνται η προσαύξηση που αντιστοιχεί στο 10% του ετήσιου κόστους μισθοδοσίας και η προσαύξηση που αντιστοιχεί στο 5% της διαφοράς μεταξύ του τζίρου μιας επιχείρησης και του μέσου τζίρου του αντίστοιχου ΚΑΔ. Η αλλαγή αφορά περίπου 156.000 ατομικές επιχειρήσεις που επιβαρύνονται σήμερα από αυτές τις δύο προσαυξήσεις. Για περίπου 24.000 επιχειρήσεις, η πρόσθετη επιβάρυνση ξεπερνά τα 2.000 ευρώ, ενώ για περίπου 3.000 ξεπερνά τα 10.000 ευρώ. Άρα, υπάρχουν επαγγελματίες που θα δουν πραγματική και σημαντική μείωση φόρου. Όμως υπάρχει και η άλλη πλευρά. Το βασικό τεκμαρτό εισόδημα παραμένει. Και μαζί του παραμένει ένα σύστημα που εξακολουθεί να θεωρεί ότι ένας επαγγελματίας πρέπει να έχει ένα ελάχιστο εισόδημα, ανεξάρτητα από το τι πραγματικά απομένει στην τσέπη του. ■ Ποιοι είναι οι μεγάλοι κερδισμένοι Οι μεγαλύτεροι κερδισμένοι είναι οι επιχειρήσεις που μέχρι σήμερα «τιμωρούνταν» φορολογικά επειδή είχαν: - αρκετούς εργαζόμενους, - υψηλό κόστος μισθοδοσίας, - τζίρο σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο του ΚΑΔ, - ή συνδυασμό μισθοδοσίας και υψηλού τζίρου. Το πρόβλημα ήταν εμφανές. Ο τζίρος δεν είναι κέρδος. Μια επιχείρηση μπορεί να κάνει 200.000 ευρώ τζίρο και να έχει τεράστιο κόστος εμπορευμάτων, ενοίκια, ενέργεια, μισθοδοσία, προμηθευτές, ασφαλιστικές εισφορές και λοιπά λειτουργικά έξοδα. Το ίδιο ισχύει και για τη μισθοδοσία. Το γεγονός ότι μια επιχείρηση απασχολεί πολλούς εργαζόμενους δεν σημαίνει ότι ο ιδιοκτήτης της έχει αντίστοιχα υψηλό καθαρό εισόδημα. Αυτό ακριβώς επιχειρεί να διορθώσει η νέα ρύθμιση. ■ Τρία νέα παραδείγματα – διαφορετικές επιχειρήσεις, διαφορετικό όφελος Τα παρακάτω παραδείγματα είναι ενδεικτικά και πρωτότυπα, με διαφορετικά μεγέθη και δραστηριότητες, ώστε να αποτυπώνουν πώς μπορεί να λειτουργήσει η αλλαγή στην πράξη. Παράδειγμα 1: Κομμωτήριο που απασχολεί προσωπικό Μία ατομική επιχείρηση κομμωτηρίου λειτουργεί εδώ και αρκετά χρόνια και απασχολεί τρεις εργαζόμενους. Το ετήσιο κόστος μισθοδοσίας ανέρχεται σε 60.000 ευρώ. Με το ισχύον σύστημα, η μισθοδοσία μπορεί να προσθέσει 6.000 ευρώ στο ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα, καθώς η σχετική προσαύξηση υπολογίζεται στο 10% του ετήσιου κόστους προσωπικού. Έτσι, εάν το βασικό ελάχιστο εισόδημα της επιχείρησης ήταν, ενδεικτικά, 15.000 ευρώ, η φορολογική βάση θα μπορούσε να ανέβει στα 21.000 ευρώ. Με την κατάργηση της συγκεκριμένης προσαύξησης, τα 6.000 ευρώ παύουν να προστίθενται στο τεκμαρτό εισόδημα. Το όφελος για την επιχείρηση προκύπτει επειδή διατηρεί θέσεις εργασίας χωρίς το κόστος μισθοδοσίας να αυξάνει παράλληλα το τεκμαρτό εισόδημα. Και αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για κλάδους έντασης εργασίας. Παράδειγμα 2: Μικρό κατάστημα ηλεκτρονικών με τζίρο πολύ πάνω από τον μέσο όρο Ας πάρουμε ένα μικρό κατάστημα ηλεκτρονικών ειδών με ετήσιο τζίρο 180.000 ευρώ. Ο μέσος κύκλος εργασιών του αντίστοιχου ΚΑΔ είναι 80.000 ευρώ. Η επιχείρηση εμφανίζει, επομένως, διαφορά 100.000 ευρώ από τον μέσο όρο. Με το προηγούμενο σύστημα, η διαφορά αυτή μπορούσε να οδηγήσει σε πρόσθετη προσαύξηση της τάξης των 5.000 ευρώ, μέσω του συντελεστή 5%. Με την κατάργηση της συγκεκριμένης προσαύξησης, τα 5.000 ευρώ δεν προστίθενται πλέον στο ελάχιστο τεκμαρτό εισόδημα. Η επιχείρηση δεν γίνεται ξαφνικά «φτωχότερη» επειδή έχει μεγάλο τζίρο. Αντίθετα, απαλλάσσεται από την υπόθεση ότι ο υψηλότερος κύκλος εργασιών σημαίνει αυτομάτως και αντίστοιχα υψηλότερο καθαρό εισόδημα. Ο τζίρος μπορεί να είναι μεγάλος. Το περιθώριο κέρδους όμως μπορεί να είναι μικρό. Παράδειγμα 3: Φυσικοθεραπευτής χωρίς εργαζόμενους Ένας φυσικοθεραπευτής λειτουργεί ως ατομική επιχείρηση, δεν απασχολεί προσωπικό και εμφανίζει ετήσιο κύκλο εργασιών 70.000 ευρώ. Ο μέσος τζίρος του ΚΑΔ του βρίσκεται στις 35.000 ευρώ. Η επιχείρηση βρίσκεται επομένως σημαντικά πάνω από τον μέσο όρο. Εφόσον δεν υπάρχει μισθοδοσία, δεν υπάρχει επιβάρυνση από το σχετικό κριτήριο. Υπάρχει όμως η προσαύξηση λόγω υψηλότερου τζίρου. Με τη νέα ρύθμιση, αυτή η πρόσθετη επιβάρυνση καταργείται. Έτσι, ο επαγγελματίας δεν θα έχει αυξημένο τεκμαρτό εισόδημα μόνο και μόνο επειδή η επαγγελματική του δραστηριότητα αποδίδει μεγαλύτερο κύκλο εργασιών από τον μέσο όρο του κλάδου. Το όφελος εδώ είναι καθαρά αποτέλεσμα της κατάργησης της προσαύξησης του τζίρου. Όμως το τεκμήριο δεν καταργείται Και εδώ χρειάζεται προσοχή. Η νέα ρύθμιση δεν σημαίνει επιστροφή σε ένα σύστημα όπου όλοι φορολογούνται αποκλειστικά με βάση τα πραγματικά καθαρά κέρδη τους. Η βασική σύνδεση του ελάχιστου εισοδήματος με τον κατώτατο μισθό και τα χρόνια δραστηριότητας παραμένει. Άρα, ένας επαγγελματίας που δηλώνει εισόδημα χαμηλότερο από το τεκμαρτό μπορεί να συνεχίσει να φορολογείται με βάση το υψηλότερο τεκμαρτό ποσό. Η αλλαγή αφορά κυρίως τις δύο πρόσθετες προσαυξήσεις. Με άλλα λόγια: το τεκμήριο μένει – αλλά γίνεται μικρότερο για όσους επιβαρύνονταν από μισθοδοσία ή υψηλό τζίρο. ■ Και στη μέση μπαίνουν τα πρόστιμα Ένα ακόμη στοιχείο που αποκτά σημασία είναι η φορολογική συνέπεια. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν τα πρόστιμα και οι παραβάσεις που αφορούν τη φορολογική και ασφαλιστική νομοθεσία, καθώς και την εργατική νομοθεσία. Και εδώ ανοίγει ένα μεγάλο κεφάλαιο για τις μικρές επιχειρήσεις. Γιατί μια επιχείρηση μπορεί να είναι απολύτως συνεπής επί χρόνια και να έχει παρ' όλα αυτά ένα πρόστιμο στο ιστορικό της. Ιδιαίτερα στην εστίαση, όπου οι έλεγχοι είναι συχνοί και αφορούν διαφορετικές υποχρεώσεις, το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο. Μπορεί να υπάρξει φορολογικός έλεγχος από την ΑΑΔΕ. Μπορεί να υπάρξει έλεγχος για ασφαλιστικές υποχρεώσεις. Μπορεί να υπάρξει έλεγχος από την Επιθεώρηση Εργασίας. Και σε μια πενταετία μπορούν να συσσωρευτούν πολλές διαφορετικές καταγραφές. Το κρίσιμο, επομένως, δεν είναι απλώς εάν υπάρχει ένα πρόστιμο. Είναι: Τι παράβαση ήταν; Πόσο σοβαρή ήταν; Ήταν μεμονωμένη ή επαναλαμβανόμενη; Έχει διορθωθεί; Αυτά είναι τα ερωτήματα που θα κρίνουν εάν το μέτρο της φορολογικής συνέπειας θα λειτουργήσει ως πραγματικό κίνητρο ή ως ακόμη ένας μηχανισμός πίεσης. Ειδικά στην εστίαση, το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο δύσκολο Υπάρχει άραγε επιχείρηση εστίασης που να μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι τα τελευταία πέντε χρόνια δεν έχει υποπέσει σε καμία παράβαση φορολογικής, ασφαλιστικής ή εργατικής νομοθεσίας; Το ερώτημα δεν είναι ρητορικό. Η εστίαση είναι ένας κλάδος με πολλές και σύνθετες υποχρεώσεις. Ωράρια, προσλήψεις, δηλώσεις, αποδείξεις, POS, ασφαλιστικές υποχρεώσεις, εργασιακές διαδικασίες. Ένα λάθος μπορεί να οδηγήσει σε πρόστιμο. Αλλά ένα λάθος δεν είναι το ίδιο πράγμα με τη συστηματική παραβατικότητα. Και αυτό πρέπει να αποτυπωθεί καθαρά στους κανόνες. Γιατί αν μια επιχείρηση που έχει ένα μικρό, μεμονωμένο πρόστιμο αντιμετωπιστεί ακριβώς όπως μια επιχείρηση που συστηματικά παραβιάζει τη νομοθεσία, τότε η έννοια της φορολογικής συνέπειας χάνει το νόημά της. ■ Οι κερδισμένοι και οι χαμένοι Κερδισμένοι Οι επιχειρήσεις με προσωπικό, καθώς καταργείται η προσαύξηση που συνδεόταν με το κόστος μισθοδοσίας. Οι επιχειρήσεις με υψηλό τζίρο, καθώς καταργείται η προσαύξηση που συνδεόταν με την υπέρβαση του μέσου τζίρου του ΚΑΔ. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις που μέχρι σήμερα έβλεπαν το τεκμαρτό εισόδημα να διογκώνεται από αυτούς τους δύο παράγοντες. Χαμένοι Όσοι εξακολουθούν να βρίσκονται κάτω από το βασικό τεκμαρτό εισόδημα, καθώς η βασική λογική του συστήματος παραμένει. Όσοι δεν επηρεάζονταν από τις δύο προσαυξήσεις, άρα δεν έχουν αντίστοιχο όφελος από την κατάργησή τους. Και οι επιχειρήσεις με σοβαρές ή επαναλαμβανόμενες παραβάσεις, εφόσον το ιστορικό προστίμων επηρεάσει την ευνοϊκή μεταχείρισή τους. ■ Το μεγάλο παράδοξο: Το κράτος ξέρει τον τζίρο, αλλά συνεχίζει να τεκμαίρει το εισόδημα Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ουσιαστικό ερώτημα της όλης συζήτησης. Το κράτος σήμερα διαθέτει ψηφιακά εργαλεία που πριν από λίγα χρόνια δεν υπήρχαν. Βλέπει τις συναλλαγές μέσω POS. Έχει το myDATA. Διαθέτει ηλεκτρονικές δηλώσεις, ψηφιακά βιβλία, διασταυρώσεις στοιχείων και ολοένα μεγαλύτερη δυνατότητα να συγκρίνει τα δεδομένα μιας επιχείρησης με τα στοιχεία που δηλώνουν οι προμηθευτές, οι πελάτες και οι τράπεζες. Και παρ' όλα αυτά εξακολουθεί να λέει στον επαγγελματία: «Μπορεί να δηλώνεις αυτά τα κέρδη, αλλά εγώ θεωρώ ότι πρέπει να έχεις τουλάχιστον τόσα». Εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση. Το κράτος έχει πλέον τα ψηφιακά «όπλα» για να ελέγχει πολύ περισσότερο την πραγματική οικονομική δραστηριότητα. Έχει τη δυνατότητα να εντοπίζει αποκλίσεις. Να συγκρίνει τζίρο και αγορές. Να βλέπει ηλεκτρονικές συναλλαγές. Να πραγματοποιεί στοχευμένους ελέγχους με βάση πραγματικά δεδομένα. Να εντοπίζει επιχειρήσεις υψηλού κινδύνου αντί να αντιμετωπίζει συλλήβδην έναν ολόκληρο επαγγελματικό κλάδο. ■ Σχόλιο: Το τεκμαρτό είναι ένα άδικο μέτρο που έχει ημερομηνία λήξης Η μείωση των προσαυξήσεων είναι αναμφίβολα ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Όμως δεν αρκεί. Γιατί το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μόνο αν το τεκμαρτό εισόδημα θα είναι 2.000 ή 3.000 ευρώ χαμηλότερο. Το πραγματικό πρόβλημα είναι η ίδια η φιλοσοφία του. Το τεκμαρτό σύστημα είναι ένα άδικο μέτρο. Φορολογεί ένα εισόδημα που μπορεί να μην υπάρχει. Και αυτό είναι ιδιαίτερα προβληματικό σε μια εποχή κατά την οποία το κράτος διαθέτει περισσότερα ψηφιακά δεδομένα από ποτέ. Το myDATA, τα POS, οι ηλεκτρονικές συναλλαγές και οι διασταυρώσεις στοιχείων δίνουν στο Δημόσιο τη δυνατότητα να γνωρίζει πολύ περισσότερα για την πραγματική οικονομική δραστηριότητα μιας επιχείρησης. Εάν ένας επαγγελματίας δηλώνει χαμηλό εισόδημα, το κράτος θα πρέπει να μπορεί να ελέγξει γιατί το δηλώνει. Να δει τις πωλήσεις. Να δει τις αγορές. Να δει τις ηλεκτρονικές πληρωμές. Να διασταυρώσει τα στοιχεία. Και εάν υπάρχει φοροδιαφυγή, να την εντοπίσει και να επιβάλει τον φόρο και το πρόστιμο που πραγματικά αναλογούν. Αυτό είναι δικαιότερο από το να λέμε εκ των προτέρων σε έναν ολόκληρο επαγγελματικό κλάδο ότι «τόσα πρέπει να βγάζεις». Η Ελλάδα έχει πλέον τα τεχνολογικά εργαλεία για να περάσει από τη φορολόγηση με υποθέσεις στη φορολόγηση με πραγματικά δεδομένα. Γι' αυτό και η ουσιαστική μεταρρύθμιση δεν θα ήταν απλώς να μειωθούν οι προσαυξήσεις του τεκμαρτού. Θα ήταν να καταργηθεί σταδιακά ο ίδιος ο τεκμαρτός τρόπος υπολογισμού και να αντικατασταθεί από έξυπνους, στοχευμένους και πραγματικούς ελέγχους, αξιοποιώντας όλα τα ψηφιακά εργαλεία που έχει πλέον στη διάθεσή του το κράτος. Γιατί το 2026 δεν γίνεται το κράτος να βλέπει την απόδειξη στο POS, να βλέπει τη συναλλαγή στο myDATA, να έχει τα ηλεκτρονικά δεδομένα της επιχείρησης και στο τέλος να λέει στον επαγγελματία: «Δεν με ενδιαφέρει τι πραγματικά κέρδισες. Εγώ θα αποφασίσω πόσα κέρδισες». Αυτό δεν είναι σύγχρονη φορολογία. Η πραγματική φορολογική δικαιοσύνη είναι να πληρώνει ο καθένας φόρο για το πραγματικό εισόδημά του και να κυνηγιέται στοχευμένα εκείνος που αποκρύπτει εισόδημα. Όχι να θεωρούνται όλοι εκ των προτέρων ύποπτοι. Παναγιώτης Ράγγος Λογιστής Φοροτεχνικός Α΄ Τάξης - Πιστοποιημένος Εσωτερικός Ελεγκτή Previous Next