teliko foronews900

Μείωση κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα στις ασφαλιστικές εισφορές των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα προβλέπεται από την 1η Απριλίου 2027.

Το ετήσιο όφελος με 14 καταβολές, η αύξηση του κατώτατου μισθού προς τα 1.000 ευρώ, το κόστος για τον κρατικό προϋπολογισμό και οι επιπτώσεις στις επιχειρήσεις.

Νέα παρέμβαση στις ασφαλιστικές εισφορές, με στόχο την ενίσχυση των καθαρών αποδοχών των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα, προγραμματίζεται για την 1η Απριλίου 2027. Η μείωση κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα θα εφαρμοστεί, σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, παράλληλα με την επόμενη αύξηση του κατώτατου μισθού.

Το μέτρο προβλέπει ελάφρυνση αποκλειστικά στο σκέλος των εισφορών που καταβάλλει ο εργαζόμενος, χωρίς αντίστοιχη μείωση των εργοδοτικών εισφορών. Το κόστος θα καλυφθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό μέσω της ενίσχυσης της Δημόσιας Υπηρεσίας Απασχόλησης (ΔΥΠΑ).

Το όφελος για τους εργαζομένους θα εξαρτηθεί από το ύψος των ασφαλιστέων αποδοχών τους. Για όσους δικαιούνται δώρα εορτών και επίδομα αδείας, ο ετήσιος υπολογισμός πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις 14 μισθολογικές καταβολές και όχι μόνο τους 12 μηνιαίους μισθούς.

■ Πόσο μειώνονται οι ασφαλιστικές εισφορές

Με βάση την κυβερνητική εξειδίκευση των οικονομικών μέτρων της 90ής Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, οι εισφορές εργαζομένου προβλέπεται να μειωθούν από 13,37% σε 12,87% των ασφαλιστέων αποδοχών από την 1η Απριλίου 2027.

Η μεταβολή αντιστοιχεί σε μείωση κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για μείωση κατά 0,5% του ποσού των εισφορών, αλλά για μείωση του ποσοστού που εφαρμόζεται στις ασφαλιστέες αποδοχές.

Οι εργοδοτικές εισφορές προβλέπεται να παραμείνουν στο 21,79%. Με βάση τα συγκεκριμένα ποσοστά, οι συνολικές ασφαλιστικές εισφορές εργαζομένου και εργοδότη θα διαμορφωθούν στο 34,66%, έναντι 35,16% το 2025.

Η παρέμβαση εντάσσεται στη σταδιακή αποκλιμάκωση των ασφαλιστικών επιβαρύνσεων των τελευταίων ετών. Το 2019 οι συνολικές εισφορές ανέρχονταν σε 40,56%, σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο της κυβερνητικής εξειδίκευσης.

■ Ποιους αφορά η μείωση

Η νέα μείωση αφορά τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα που υπάγονται στο αντίστοιχο καθεστώς ασφαλιστικών εισφορών, σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό.

Δεν περιορίζεται στους εργαζομένους που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό, αλλά αφορά και όσους έχουν υψηλότερες αποδοχές. Το ποσό της ελάφρυνσης θα εξαρτάται από το ύψος των ασφαλιστέων αποδοχών: όσο υψηλότερος είναι ο μισθός, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η μείωση των κρατήσεων σε ευρώ.

Η μείωση των εισφορών δεν αποτελεί αύξηση του μικτού μισθού. Περιορίζει τις κρατήσεις που αφαιρούνται από τις αποδοχές του εργαζομένου και, υπό τις αντίστοιχες προϋποθέσεις, αυξάνει το καθαρό ποσό που λαμβάνει.

■ Παραδείγματα: Πόσο είναι το ετήσιο όφελος με 14 καταβολές

Στον ιδιωτικό τομέα, οι εργαζόμενοι που δικαιούνται δώρα εορτών και επίδομα αδείας λαμβάνουν συνήθως αποδοχές που αντιστοιχούν σε 14 μισθολογικές καταβολές: 12 μηνιαίους μισθούς, δώρο Χριστουγέννων, δώρο Πάσχα και επίδομα αδείας.

Με βάση τη μείωση κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα, το ενδεικτικό όφελος υπολογίζεται ως εξής:

| Μικτός μηνιαίος μισθός | Όφελος ανά πλήρη καταβολή | Ετήσιο όφελος με 14 καταβολές |

| 1.000 ευρώ                   | 5 ευρώ                                    | 70 ευρώ                                      |

| 1.200 ευρώ                   | 6 ευρώ                                    | 84 ευρώ                                      |

| 1.500 ευρώ                   | 7,50 ευρώ                               | 105 ευρώ                                    |

| 2.000 ευρώ                   | 10 ευρώ                                  | 140 ευρώ                                    |

| 2.500 ευρώ                   | 12,50 ευρώ                             | 175 ευρώ                                    |

| 3.000 ευρώ                   | 15 ευρώ                                  | 210 ευρώ                                    |

*Τα ποσά είναι ενδεικτικά και αφορούν αποκλειστικά τη μείωση των ασφαλιστικών κρατήσεων. Προϋποθέτουν ότι όλες οι καταβολές υπολογίζονται στην ίδια ασφαλιστέα βάση.

Έτσι, ένας εργαζόμενος με μικτό μισθό 1.000 ευρώ θα έχει ενδεικτικό ετήσιο όφελος 70 ευρώ, ενώ για μισθό 1.500 ευρώ το ποσό φτάνει τα 105 ευρώ. Στα 2.000 ευρώ μικτά, η ελάφρυνση υπολογίζεται σε 140 ευρώ ετησίως, ενώ για μισθό 3.000 ευρώ ανέρχεται σε 210 ευρώ.

Τα ποσά δεν αποτελούν εξατομικευμένο υπολογισμό των καθαρών αποδοχών. Η τελική επίδραση στη μισθοδοσία θα εξαρτηθεί από τους κανόνες εφαρμογής της ρύθμισης, τις πραγματικές ασφαλιστέες αποδοχές και τυχόν άλλες κρατήσεις.

■ Ποιος πληρώνει το κόστος της μείωσης

Το δημοσιονομικό κόστος της παρέμβασης προβλέπεται να καλυφθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό μέσω της ενίσχυσης της ΔΥΠΑ.

Η μείωση αφορά το σκέλος των εισφορών υπέρ της υπηρεσίας και, σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, η απώλεια εσόδων θα αντισταθμιστεί με μόνιμη αύξηση της κρατικής επιχορήγησης.

Το κόστος εκτιμάται σε 163 εκατ. ευρώ για το 2027, καθώς η εφαρμογή προβλέπεται να αρχίσει τον Απρίλιο, και σε 218 εκατ. ευρώ για το 2028, όταν το μέτρο θα έχει επίδραση σε ολόκληρο το έτος.

Η επιλογή αυτή επιτρέπει τη μείωση των κρατήσεων των εργαζομένων χωρίς να προβλέπεται νέα μείωση του εργοδοτικού ποσοστού.

■ Κατώτατος μισθός: Ο στόχος των 1.000 ευρώ έως το 2028

Η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών προγραμματίζεται να εφαρμοστεί παράλληλα με την επόμενη αύξηση του κατώτατου μισθού.

Σύμφωνα με τον κυβερνητικό σχεδιασμό, ο κατώτατος μισθός προβλέπεται να αυξηθεί από τα 920 ευρώ στα 960 ευρώ από την 1η Απριλίου 2027 και να φτάσει τα 1.000 ευρώ τον Ιανουάριο του 2028.

Οι αυξήσεις αυτές αποτελούν μέρος του ανακοινωμένου σχεδιασμού και δεν πρέπει να συγχέονται με ήδη θεσμοθετημένες μεταβολές.

Για τους εργαζομένους που αμείβονται με τον κατώτατο μισθό, η συνολική μεταβολή στις αποδοχές θα προκύψει από δύο διαφορετικές παρεμβάσεις: την αύξηση του μικτού μισθού και τη μείωση των ασφαλιστικών κρατήσεων.

Η διάκριση έχει σημασία, καθώς η αύξηση του μικτού μισθού επηρεάζει και το κόστος που αναλαμβάνει ο εργοδότης, ενώ η μείωση των εισφορών εργαζομένου περιορίζει τις κρατήσεις από τον μισθό.

■ Τι αλλάζει για τις επιχειρήσεις

Για τις επιχειρήσεις, η μείωση των εισφορών κατά 0,5 ποσοστιαία μονάδα δεν συνεπάγεται άμεση ελάφρυνση του εργοδοτικού κόστους. Το εργοδοτικό ποσοστό προβλέπεται να παραμείνει στο 21,79%.

Αντίθετα, η αύξηση του κατώτατου μισθού μπορεί να αυξήσει τις δαπάνες μισθοδοσίας των επιχειρήσεων που απασχολούν εργαζομένους με χαμηλές αποδοχές. Η επιβάρυνση δεν περιορίζεται στον μηνιαίο μικτό μισθό, αλλά επηρεάζει και τις εργοδοτικές εισφορές που υπολογίζονται επί των ασφαλιστέων αποδοχών, καθώς και τις αντίστοιχες καταβολές για δώρα και επίδομα αδείας.

Πιθανές έμμεσες επιβαρύνσεις μπορεί να προκύψουν και σε επιχειρήσεις όπου οι αμοιβές εργαζομένων βρίσκονται λίγο πάνω από τον κατώτατο μισθό και ενδέχεται να χρειαστούν αναπροσαρμογή, ώστε να διατηρηθούν οι μισθολογικές διαφορές.

Το πραγματικό κόστος θα διαφέρει ανάλογα με τον αριθμό των εργαζομένων, τη μισθολογική διάρθρωση, τις συμβάσεις και την οικονομική κατάσταση κάθε επιχείρησης. Ιδιαίτερη σημασία έχει για μικρές επιχειρήσεις με περιορισμένα περιθώρια κέρδους, οι οποίες ενδέχεται να δυσκολευτούν περισσότερο να απορροφήσουν αυξημένες δαπάνες.

Από την άλλη πλευρά, η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος των εργαζομένων μπορεί να στηρίξει την κατανάλωση και να έχει έμμεσες θετικές επιδράσεις στην αγορά. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η μείωση των εισφορών αντισταθμίζει αυτομάτως το κόστος μιας αύξησης μισθών.

■ Το ζητούμενο για εργαζομένους και εργοδότες

Η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί μια πρόσθετη ελάφρυνση για τους εργαζομένους, αλλά το άμεσο όφελος παραμένει σχετικά περιορισμένο σε ετήσια βάση. Για παράδειγμα, με μικτό μισθό 1.500 ευρώ, η ενδεικτική εξοικονόμηση ανέρχεται σε 105 ευρώ τον χρόνο με 14 καταβολές.

Η μεγαλύτερη μεταβολή στο εισόδημα των χαμηλόμισθων θα εξαρτηθεί από τον συνδυασμό της μείωσης των εισφορών και της αύξησης του κατώτατου μισθού. Για τις επιχειρήσεις, όμως, η αύξηση των μικτών αποδοχών μπορεί να συνεπάγεται πρόσθετο κόστος, χωρίς αντίστοιχη μείωση των εργοδοτικών εισφορών.

Το στοίχημα είναι να βελτιωθεί το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων χωρίς να δημιουργηθούν δυσανάλογες πιέσεις στις επιχειρήσεις και στην απασχόληση. Η εξέλιξη της παραγωγικότητας, το λειτουργικό κόστος και η δυνατότητα των επιχειρήσεων να απορροφήσουν τις αυξήσεις θα καθορίσουν σε σημαντικό βαθμό το τελικό αποτέλεσμα.


Παναγιώτης Ράγγος

Λογιστής Φοροτεχνικός  Α΄ Τάξης - 

Πιστοποιημένος Εσωτερικός Ελεγκτή

 

 

 


Συνεργάτες