Όταν η διαφθορά γίνεται συνήθεια, η κοινωνία αρχίζει να χάνει τις αντιστάσεις της Νέα Επικαιρότητα Σχόλια Η απληστία δεν έχει όρια. Και τα πλοκάμια της διαφθοράς, όταν βρίσκουν πρόσφορο έδαφος, απλώνονται παντού, διαβρώνοντας όχι μόνο τους θεσμούς, αλλά και την ίδια την κοινωνία. Τα σκάνδαλα που κατά καιρούς έρχονται στο φως δεν αποτελούν απλώς μεμονωμένες υποθέσεις παρανομίας, κακοδιαχείρισης ή κατάχρησης εξουσίας. Ανοίγουν ένα πολύ μεγαλύτερο και βαθύτερο ζήτημα: τη σταδιακή διάβρωση των κοινωνικών αξιών, την εξοικείωση με τη διαφθορά και τον κίνδυνο να μετατραπεί κάτι που θα έπρεπε να προκαλεί αγανάκτηση σε μια σχεδόν καθημερινή πραγματικότητα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο εκείνοι που εκμεταλλεύονται τη θέση, την εξουσία ή την επιρροή τους για προσωπικό όφελος. Είναι και το περιβάλλον που επιτρέπει σε τέτοιες συμπεριφορές να αναπτύσσονται, να επαναλαμβάνονται και, τελικά, να γίνονται ανεκτές. Όταν η απληστία υπερισχύει της ηθικής, όταν το προσωπικό συμφέρον μπαίνει πάνω από το δημόσιο καλό και όταν η εξυπηρέτηση ημετέρων αντιμετωπίζεται ως κάτι αναμενόμενο, τότε η ζημιά ξεπερνά κατά πολύ τα οικονομικά μεγέθη κάθε σκανδάλου. Πλήττει την εμπιστοσύνη των πολιτών, υπονομεύει την ισονομία και δημιουργεί την αίσθηση ότι οι κανόνες δεν ισχύουν για όλους με τον ίδιο τρόπο. Και εδώ βρίσκεται ίσως ο μεγαλύτερος κίνδυνος: η συνήθεια. Η διαφθορά δεν απειλεί μια κοινωνία μόνο όταν αποκαλύπτεται. Την απειλεί ακόμη περισσότερο όταν παύει να προκαλεί έκπληξη. Όταν οι αποκαλύψεις διαδέχονται η μία την άλλη και η κοινωνική αντίδραση περιορίζεται σε λίγες ημέρες αγανάκτησης, μέχρι το επόμενο σκάνδαλο. Όταν ο πολίτης αρχίζει να σκέφτεται ότι «έτσι λειτουργούν τα πράγματα», ότι τίποτα δεν αλλάζει και ότι η αδιαφάνεια είναι αναπόφευκτο κομμάτι της καθημερινότητας. Αυτή είναι η πιο επικίνδυνη μορφή κοινωνικής παρακμής. Όχι μόνο η ύπαρξη της διαφθοράς, αλλά η κανονικοποίησή της. Γιατί όταν το παράνομο αντιμετωπίζεται ως συνηθισμένο, όταν το ανήθικο δικαιολογείται με το επιχείρημα ότι «όλοι τα ίδια κάνουν» και όταν η σιωπή γίνεται ευκολότερη από την αντίδραση, τότε τα όρια μετακινούνται. Η ανοχή μετατρέπεται σε συνενοχή της αδράνειας και η κοινωνία κινδυνεύει να χάσει σταδιακά τα αντανακλαστικά της. Οι συνέπειες είναι βαθιές. Οι νέοι μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον όπου μπορεί να σχηματίσουν την εντύπωση ότι η προσπάθεια, η αξιοκρατία και η εντιμότητα δεν αρκούν. Οι συνεπείς πολίτες αισθάνονται αδικημένοι. Οι θεσμοί χάνουν την αξιοπιστία τους και η εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη και στη δημόσια διοίκηση κλονίζεται. Δημιουργείται ένα αίσθημα ματαιότητας, μια κοινωνική απογοήτευση που μπορεί να οδηγήσει στην αποστασιοποίηση από τα κοινά. Και όταν οι πολίτες πάψουν να πιστεύουν ότι η δικαιοσύνη μπορεί να λειτουργήσει ισότιμα, τότε το πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο θεσμικό. Είναι βαθιά κοινωνικό και δημοκρατικό. Η αντιμετώπιση αυτής της πραγματικότητας δεν μπορεί να περιορίζεται σε δηλώσεις, επικοινωνιακές διαχειρίσεις και πρόσκαιρες υποσχέσεις. Χρειάζονται διαφάνεια, ουσιαστικοί έλεγχοι, λογοδοσία, ανεξάρτητη λειτουργία των θεσμών και συνέπειες για όσους αποδεδειγμένα παρανομούν, ανεξάρτητα από τη θέση ή τις διασυνδέσεις τους. Χρειάζεται, όμως, και κάτι ακόμη: να ξαναγίνει η εντιμότητα αυτονόητη αξία και η διαφθορά κοινωνικά απαράδεκτη συμπεριφορά. Να μη συνηθίσουμε το λάθος. Να μη θεωρήσουμε φυσιολογική την αδικία. Να μη συμβιβαστούμε με την ιδέα ότι η διαπλοκή και η αδιαφάνεια αποτελούν αναπόφευκτο μέρος της ζωής μας. Γιατί μια κοινωνία δεν διαβρώνεται από τη μια μέρα στην άλλη. Διαβρώνεται λίγο λίγο, κάθε φορά που ένα σκάνδαλο ξεχνιέται χωρίς απαντήσεις, κάθε φορά που μια ευθύνη μένει χωρίς απόδοση και κάθε φορά που η αγανάκτηση υποχωρεί μπροστά στην παραίτηση. Το μεγαλύτερο σκάνδαλο, τελικά, δεν είναι μόνο η διαφθορά που αποκαλύπτεται. Είναι ο κίνδυνος να τη συνηθίσουμε. Και τότε, όταν η διαφθορά πάψει να μας σοκάρει, δεν θα έχει διαβρωθεί μόνο το σύστημα. Θα έχει αρχίσει να διαβρώνεται και η ίδια η συνείδηση της κοινωνίας. «Η διαφθορά δεν θριαμβεύει μόνο όταν οι ανέντιμοι δρουν ανεξέλεγκτα, αλλά κυρίως όταν οι έντιμοι συνηθίζουν να τη βλέπουν και παύουν να αντιδρούν.» Παναγιώτης Ράγγος Λογιστής Φοροτεχνικός Α΄ Τάξης - Πιστοποιημένος Εσωτερικός Ελεγκτή Previous Next