Φόρο..γνώμες: Μέχρι πότε θα ζούμε με επιδόματα; Η ΔΕΘ πρέπει να σηματοδοτήσει το τέλος της επιδοματικής Ελλάδας Επικαιρότητα Τα 400 ευρώ στον συνταξιούχο και τα 500 ευρώ στον δημόσιο υπάλληλο μπορεί να ανακουφίζουν. Δεν απαντούν όμως στο μεγαλύτερο ερώτημα: πότε η ελληνική οικονομία θα παράγει εισόδημα αρκετό ώστε οι πολίτες να μη χρειάζονται κάθε χρόνο μια νέα κυβερνητική παροχή; Κάθε Σεπτέμβριο, στη ΔΕΘ, η ίδια εικόνα. Νέα μέτρα. Νέες παροχές. Νέες φοροελαφρύνσεις. Νέες ενισχύσεις. Και φυσικά, ένα νέο πακέτο που παρουσιάζεται ως απόδειξη ότι η οικονομία πηγαίνει καλύτερα. Η φετινή ΔΕΘ δεν αποτέλεσε εξαίρεση. Το πακέτο που ανακοίνωσε ο πρωθυπουργός φτάνει τα 3,5 δισ. ευρώ έως το 2030, ενώ για το 2027 το κόστος των νέων, μη θεσμοθετημένων μέτρων υπολογίζεται σε 2,2 δισ. ευρώ. Περιλαμβάνονται φορολογικές ελαφρύνσεις, αυξήσεις μισθών, μειώσεις εισφορών, αλλά και μια σειρά άμεσων ενισχύσεων. Και εδώ ακριβώς αρχίζει η ουσιαστική συζήτηση. Μήπως ήρθε η ώρα να φύγουμε από τη λογική του «δώσε κάτι ακόμη»; Τα 400 ευρώ δεν μπορούν να είναι οικονομική πολιτική Η μόνιμη ετήσια ενίσχυση των 400 ευρώ για τους συνταξιούχους άνω των 65 ετών αφορά συνολικά περίπου 2,2 εκατομμύρια δικαιούχους και έχει ετήσιο δημοσιονομικό κόστος περίπου 879 εκατ. ευρώ, σύμφωνα με τα κυβερνητικά στοιχεία. Ας είμαστε ξεκάθαροι. Για έναν άνθρωπο που δυσκολεύεται να πληρώσει το ρεύμα, το σούπερ μάρκετ ή το ενοίκιο, τα 400 ευρώ έχουν αξία. Το ίδιο ισχύει για τα 500 ευρώ του επιδόματος Χριστουγέννων που θεσπίζεται από το 2027 για τους δημοσίους υπαλλήλους. Δεν είναι αυτά το πρόβλημα. Το πρόβλημα είναι όταν η πολιτική συζήτηση σταματά εκεί. Όταν δηλαδή αντί να ρωτάμε «γιατί ο πολίτης δεν έχει αρκετό εισόδημα;», πανηγυρίζουμε επειδή βρήκαμε τον δημοσιονομικό χώρο για να του επιστρέψουμε ένα μέρος του προβλήματος σε μορφή επιδόματος. Αυτό δεν είναι ανάπτυξη. Είναι διαχείριση της ανεπάρκειας του εισοδήματος. Το κράτος δεν μπορεί να γίνει ο μόνιμος εργοδότης της κοινωνίας Η Ελλάδα έχει αφήσει πίσω της τη δεκαετία της δημοσιονομικής κατάρρευσης. Η οικονομία αναπτύσσεται, το πρωτογενές πλεόνασμα δημιουργεί δημοσιονομικό χώρο και η χώρα έχει πλέον περισσότερες δυνατότητες από ό,τι πριν από λίγα χρόνια. Ακριβώς γι' αυτό, όμως, πρέπει να έχουμε υψηλότερες απαιτήσεις. Δεν γίνεται μια οικονομία που θέλει να θεωρείται αναπτυγμένη να αντιμετωπίζει διαρκώς την ακρίβεια με επιδόματα. Δεν γίνεται κάθε χρόνο να περιμένουμε τη ΔΕΘ για να μάθουμε ποιος θα πάρει τι. Δεν γίνεται η σχέση κράτους και πολίτη να περιορίζεται στο «το κράτος θα σου δώσει». Το ζητούμενο πρέπει να είναι διαφορετικό: Το κράτος να δημιουργεί τις συνθήκες ώστε ο πολίτης να κερδίζει περισσότερα. Από τη δουλειά του. Από την επιχείρησή του. Από την επένδυσή του. Από την παραγωγή του. Και, τελικά, από την ανάπτυξη της οικονομίας. Η Ελλάδα χρειάζεται μισθούς, όχι μόνο επιδόματα Η εξαγγελία για κατώτατο μισθό 1.000 ευρώ έως το 2028 και μέσο μισθό 1.800 ευρώ είναι σαφώς πιο σημαντική από οποιοδήποτε έκτακτο βοήθημα. Γιατί ένας μισθός που αυξάνεται κάθε μήνα είναι πολύ ισχυρότερη κοινωνική πολιτική από ένα επίδομα που καταβάλλεται μία φορά τον χρόνο. Εδώ βρίσκεται και η πραγματική δοκιμασία της κυβέρνησης. Μπορεί η οικονομία να αυξήσει τους μισθούς χωρίς να αυξήσει απλώς το κόστος για τις επιχειρήσεις; Μπορεί να αυξήσει την παραγωγικότητα; Μπορεί να δημιουργήσει περισσότερες καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας; Μπορεί να κρατήσει στην Ελλάδα τους νέους που σήμερα αναζητούν καλύτερες αποδοχές στο εξωτερικό; Αυτές είναι οι ερωτήσεις που θα κρίνουν την οικονομική πολιτική. Όχι το αν το επόμενο επίδομα θα είναι 300, 400 ή 500 ευρώ. Υπάρχει και μια θετική αλλαγή. Αλλά πρέπει να γίνει ο κανόνας Οι φετινές εξαγγελίες δεν είναι μόνο επιδόματα. Υπάρχουν μειώσεις φόρων, μηδενικός φορολογικός συντελεστής έως τα 20.000 ευρώ για συγκεκριμένες κατηγορίες τρίτεκνων και αγροτών, μείωση ασφαλιστικών εισφορών, κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος σταδιακά και μειώσεις της προκαταβολής φόρου για επαγγελματίες και επιχειρήσεις. Αυτά είναι μέτρα διαφορετικής φιλοσοφίας. Γιατί δεν λένε απλώς στον πολίτη «πάρε». Του λένε, τουλάχιστον σε έναν βαθμό, «κράτα περισσότερα από αυτά που παράγεις». Και αυτό είναι πολύ πιο κοντά σε μια πραγματική αλλαγή οικονομικού μοντέλου. Το ζητούμενο τώρα είναι να δούμε αν αυτή η λογική θα κυριαρχήσει ή αν θα συνεχίσουμε να επιστρέφουμε στην εύκολη λύση της επιδότησης. Το επίδομα πρέπει να είναι δίχτυ. Όχι ταβάνι. Υπάρχει μια θεμελιώδης διάκριση που συχνά χάνεται στη δημόσια συζήτηση. Ένα σύγχρονο κοινωνικό κράτος οφείλει να στηρίζει τον άνθρωπο που βρίσκεται σε ανάγκη. Δεν μπορεί όμως να έχει ως βασικό οικονομικό μοντέλο τη διαρκή μεταφορά χρημάτων από τον κρατικό προϋπολογισμό στα νοικοκυριά. Γιατί κάποιος πρέπει να παράγει αυτά τα χρήματα. Και όσο περισσότερο διογκώνεται η ανάγκη για κρατική αναδιανομή, τόσο πιο κρίσιμο γίνεται να αυξάνεται η παραγωγικότητα της οικονομίας. Γι' αυτό το επίδομα πρέπει να είναι δίχτυ ασφαλείας. Δεν μπορεί να γίνει ταβάνι φιλοδοξίας. Η μεγάλη παγίδα της προεκλογικής οικονομίας Υπάρχει και μια ακόμη διάσταση που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Οι εκλογές έχουν οριστεί για την άνοιξη του 2027 και το μεγαλύτερο μέρος των νέων παρεμβάσεων ξεδιπλώνεται ακριβώς στην περίοδο 2026-2027. Αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως ότι τα μέτρα είναι λάθος. Σημαίνει όμως ότι η κοινωνία δικαιούται να ζητήσει κάτι περισσότερο από μια καλή ανακοίνωση στη ΔΕΘ. Να ζητήσει μετρήσιμα αποτελέσματα. Πόσο αυξήθηκε το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα; Πόσο αυξήθηκαν οι μισθοί σε σχέση με τον πληθωρισμό; Πόσο μειώθηκε η φορολογική επιβάρυνση της εργασίας; Πόσο αυξήθηκε η παραγωγικότητα; Πόσες νέες επενδύσεις δημιουργήθηκαν; Πόσοι νέοι επέστρεψαν ή αποφάσισαν να παραμείνουν στη χώρα; Εκεί θα κριθεί η επιτυχία. Όχι στην τηλεοπτική εικόνα της ημέρας που πιστώνεται στον λογαριασμό το επίδομα. Η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα συμφωνία Η χώρα δεν χρειάζεται έναν πρωθυπουργό που κάθε χρόνο θα ανακοινώνει ένα μεγαλύτερο πακέτο παροχών. Χρειάζεται ένα οικονομικό μοντέλο που θα κάνει τα πακέτα παροχών λιγότερο απαραίτητα. Αυτό σημαίνει καλύτερη παιδεία, παραγωγικές επενδύσεις, ταχύτερη δικαιοσύνη, λιγότερη γραφειοκρατία, φθηνότερη ενέργεια, μεγαλύτερη παραγωγικότητα, καλύτερους μισθούς και ένα φορολογικό σύστημα που επιβραβεύει την εργασία και την επιχειρηματικότητα. Η ίδια η κυβέρνηση μιλά για επενδύσεις, μείωση του ενεργειακού κόστους και αύξηση των εισοδημάτων. Τώρα πρέπει να αποδείξει ότι αυτά δεν θα μείνουν απλώς εξαγγελίες. Γιατί η μεγάλη επιτυχία για την Ελλάδα δεν θα είναι να μπορεί το κράτος να δίνει 400 ευρώ στον συνταξιούχο. Θα είναι να μπορεί ο συνταξιούχος να ζει αξιοπρεπώς χωρίς να περιμένει τα 400 ευρώ. Δεν θα είναι να προσθέσει άλλα 500 ευρώ στον μισθό του δημοσίου υπαλλήλου. Θα είναι να δημιουργήσει μια οικονομία όπου οι μισθοί αυξάνονται επειδή αυξάνεται η παραγωγικότητα και η αξία της εργασίας. Και δεν θα είναι να ανακοινώνεται κάθε χρόνο ένα νέο πακέτο. Θα είναι να φτάσουμε κάποτε στο σημείο όπου η λέξη «επίδομα» δεν θα αποτελεί την πρώτη απάντηση της πολιτείας στην οικονομική ανασφάλεια. Η ΔΕΘ μπορεί να γίνει η αρχή αυτής της αλλαγής. Αρκεί η επόμενη ερώτηση να μην είναι: «Τι θα μας δώσετε;» Αλλά: «Τι οικονομία θα έχουμε χτίσει ώστε να μη χρειάζεται να μας δίνετε;» Παναγιώτης Ράγγος Λογιστής Φοροτεχνικός Α΄ Τάξης - Οικονομολόγος Πιστοποιημένος Εσωτερικός Ελεγκτής Previous Next