72 δόσεις: Γιατί οι οφειλέτες γυρίζουν την πλάτη στη ρύθμιση – Η ακτινογραφία των χρεών Νέα Επικαιρότητα Η ημερομηνία «κόφτης» του 2023, το επιτόκιο 5,84% και η απουσία κουρέματος προσαυξήσεων περιορίζουν το ενδιαφέρον – Πού συγκεντρώνονται τα χρέη προς την Εφορία Μετ’ εμποδίων προχωρά η νέα ρύθμιση των έως 72 δόσεων για παλαιές οφειλές προς την Εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία, καθώς η ανταπόκριση των οφειλετών παραμένει μέχρι στιγμής χαμηλή. Μέχρι σήμερα έχουν υποβληθεί περίπου 22.500 αιτήσεις, εκ των οποίων 11.000 αφορούν οφειλές προς την Εφορία και 11.500 προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Η εικόνα απέχει αισθητά από τις αρχικές προσδοκίες, καθώς μόνο για την Εφορία η ρύθμιση αφορά δυνητικά περίπου 1,3 εκατ. φυσικά πρόσωπα, με συνολικές οφειλές 31,5 δισ. ευρώ. Το ερώτημα είναι προφανές: γιατί τόσο λίγοι σπεύδουν να αξιοποιήσουν μια ρύθμιση που προσφέρει έως και 72 μηνιαίες δόσεις; ■ Ο «κόφτης» της 31ης Δεκεμβρίου 2023 Ο πρώτος και ίσως σημαντικότερος λόγος βρίσκεται στην ίδια τη φιλοσοφία της ρύθμισης. Στις 72 δόσεις μπορούν να ενταχθούν οφειλές που είχαν καταστεί ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023 και πληρούν τις προβλεπόμενες προϋποθέσεις. Τα χρέη που δημιουργήθηκαν από την 1η Ιανουαρίου 2024 και μετά δεν μπορούν να μεταφερθούν στις 72 δόσεις. Ο οφειλέτης που έχει νεότερες οφειλές πρέπει πρώτα να τις εξοφλήσει ή να τις εντάξει στην πάγια ρύθμιση. Επομένως, κάποιος που έχει ένα παλιό χρέος, αλλά παράλληλα έχει συσσωρεύσει νέες οφειλές, δεν αντιμετωπίζει ένα ενιαίο χρέος με μία ενιαία ρύθμιση. Αντιθέτως, καλείται να εξυπηρετεί διαφορετικές υποχρεώσεις και διαφορετικά προγράμματα πληρωμών. Και εδώ βρίσκεται ένα από τα βασικά προβλήματα της ρύθμισης: η οικονομική δυσκολία που δημιούργησε το χρέος δεν σταμάτησε το 2023. Ένας οφειλέτης που δεν κατάφερε να τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις του τα προηγούμενα χρόνια είναι πιθανό να έχει δημιουργήσει και νεότερες οφειλές. Αυτές όμως δεν «χωράνε» στις 72 δόσεις. ■ Το 5,84% λειτουργεί αποτρεπτικά Δεύτερο σημαντικό αντικίνητρο είναι το κόστος της ρύθμισης. Οι έως 72 δόσεις συνοδεύονται από σταθερό ετήσιο επιτόκιο 5,84%, ενώ η ελάχιστη μηνιαία δόση είναι 30 ευρώ. Το επιτόκιο μπορεί να φαίνεται διαχειρίσιμο σε μια μικρή οφειλή, αλλά όσο μεγαλώνει το ποσό και παρατείνεται η αποπληρωμή, τόσο αυξάνεται και το συνολικό κόστος. Ενδεικτικά, για χρέος 15.000 ευρώ, η μηνιαία δόση σε 72 δόσεις υπολογίζεται περίπου στα 280 ευρώ. Για έναν ελεύθερο επαγγελματία ή μια μικρή επιχείρηση που αντιμετωπίζει παράλληλα τρέχουσες φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις, τα 280 ευρώ δεν είναι αμελητέα επιβάρυνση. ■ Χωρίς «κούρεμα» προσαυξήσεων και προστίμων Υπάρχει και μια τρίτη, ουσιαστικότερη διαφορά σε σχέση με ρυθμίσεις του παρελθόντος. Η νέα ρύθμιση δεν προβλέπει έκπτωση στις προσαυξήσεις και τα πρόστιμα. Ο οφειλέτης κερδίζει χρόνο, όχι διαγραφή χρέους. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για παλαιές οφειλές, όπου το αρχικό κεφάλαιο μπορεί να έχει επιβαρυνθεί σημαντικά από τόκους, προσαυξήσεις και πρόστιμα. Με άλλα λόγια, ο οφειλέτης δεν καλείται απλώς να ρυθμίσει την αρχική του οφειλή. Καλείται να εξυπηρετήσει το συνολικό ποσό, με το κόστος της ρύθμισης να προστίθεται στην εξίσωση. Γι’ αυτό και η σύγκριση με παλαιότερα σχήματα, στα οποία υπήρχαν κίνητρα μέσω μείωσης προσαυξήσεων ανάλογα με τον αριθμό των δόσεων, είναι αναπόφευκτη. ■ Η «ακτινογραφία» των χρεών: πολλοί χρωστούν λίγα, λίγοι χρωστούν πάρα πολλά Τα διαθέσιμα στοιχεία της ΑΑΔΕ αποκαλύπτουν ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό πρόβλημα. Στο σύνολο των ληξιπρόθεσμων φορολογικών οφειλών, η μεγάλη πλειονότητα των οφειλετών βρίσκεται στις χαμηλές κατηγορίες χρέους. Σύμφωνα με την τελευταία απολογιστική έκθεση της ΑΑΔΕ, σε στοιχεία για το 2025: - 3,4 εκατ. οφειλέτες εμφανίζονται με οφειλές έως 500 ευρώ. - Περίπου 929.000 οφειλέτες έχουν χρέη από 501 έως 10.000 ευρώ. - Περίπου 73.800 οφειλέτες βρίσκονται στην κατηγορία των 10.001–50.000 ευρώ. - Περίπου 16.500 έχουν οφειλές 50.001–300.000 ευρώ. - Οι οφειλέτες με χρέη άνω των 300.000 ευρώ είναι αριθμητικά ελάχιστοι, όμως συγκεντρώνουν δυσανάλογα μεγάλο μέρος του συνολικού χρέους. Η εικόνα είναι αποκαλυπτική: η Ελλάδα έχει εκατομμύρια μικρούς οφειλέτες, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του χρέους βρίσκεται σε πολύ λιγότερα ΑΦΜ. Αυτό έχει άμεση σχέση και με τις 72 δόσεις. ■ Τι σημαίνει για τον μικρό οφειλέτη Για κάποιον που χρωστά, για παράδειγμα, 1.000, 2.000 ή 5.000 ευρώ, οι 72 δόσεις δεν σημαίνουν υποχρεωτικά 72 μικρές δόσεις. Η ελάχιστη καταβολή είναι 30 ευρώ. Συνεπώς, όσο μικρότερη είναι η οφειλή τόσο μικρότερος είναι και ο πραγματικός αριθμός των δόσεων που μπορεί να προκύψει. Για οφειλή 1.200 ευρώ, για παράδειγμα, δεν απαιτούνται 72 μήνες για την εξόφληση με ελάχιστη δόση 30 ευρώ. Για τον μικρό οφειλέτη, λοιπόν, το όφελος της 72μηνης διάρκειας είναι πολύ μικρότερο από εκείνο που υποδηλώνει ο τίτλος της ρύθμισης. ■ Το παράδοξο των 72 δόσεων Εδώ βρίσκεται και το βασικό παράδοξο. Η ρύθμιση σχεδιάστηκε για να δώσει «ανάσα» σε οφειλέτες με παλαιά χρέη. Όμως ο πραγματικά πιεσμένος οφειλέτης μπορεί να έχει ταυτόχρονα: παλιό χρέος + νέο χρέος + προσαυξήσεις + επιτόκιο. Για να μπει στις 72 δόσεις, πρέπει να έχει τακτοποιήσει και τις νεότερες υποχρεώσεις του. Έτσι, αντί για μία γενναία επανεκκίνηση, δημιουργείται συχνά ένα πακέτο παράλληλων ρυθμίσεων. Και αυτό μπορεί να εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί η ανταπόκριση είναι μέχρι σήμερα περιορισμένη. Και το συνολικό ύψος των χρεών αυξάνεται Την ίδια στιγμή, το πρόβλημα δεν περιορίζεται στα παλαιά χρέη. Στο τέλος Απριλίου 2026, το συνολικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο προς τη Φορολογική Διοίκηση είχε φτάσει τα 114,57 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 3,77 δισ. ευρώ σε σχέση με έναν χρόνο πριν. Από αυτό, περίπου 35,5 δισ. ευρώ χαρακτηρίζονταν ανεπίδεκτα είσπραξης, με αποτέλεσμα το πραγματικό ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο να διαμορφώνεται περίπου στα 79 δισ. ευρώ. Την ίδια στιγμή, μόλις περίπου 6,83% του πραγματικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου βρισκόταν σε ενεργή ρύθμιση. Το πρόβλημα, επομένως, δεν είναι απλώς να δοθούν περισσότερες δόσεις. Είναι να δημιουργηθεί μια ρύθμιση που να ανταποκρίνεται στην πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής του οφειλέτη. ■ Το μεγάλο ερώτημα Η χαμηλή συμμετοχή στις 72 δόσεις θέτει πλέον ένα ευρύτερο ερώτημα οικονομικής πολιτικής: Μπορεί μια ρύθμιση να είναι αποτελεσματική όταν αφορά μόνο τα χρέη μέχρι μια συγκεκριμένη ημερομηνία, αφήνει εκτός τα νεότερα χρέη, επιβαρύνεται με επιτόκιο 5,84% και δεν προσφέρει καμία μείωση προσαυξήσεων και προστίμων; Η απάντηση θα φανεί τους επόμενους μήνες, καθώς η πλατφόρμα της ΑΑΔΕ παραμένει ανοιχτή έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026. Μέχρι τότε, όμως, τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι η αγορά των 72 δόσεων δεν «ζεστάθηκε» όσο αναμενόταν. Και ίσως το βασικό μήνυμα από τους χαμηλούς αριθμούς αιτήσεων είναι ότι ένα μεγάλο μέρος των οφειλετών δεν χρειάζεται απλώς περισσότερο χρόνο για να πληρώσει. Χρειάζεται ρύθμιση που να αντιστοιχεί στο πραγματικό μέγεθος και στη σημερινή του δυνατότητα πληρωμής. Παναγιώτης Ράγγος Λογιστής Φοροτεχνικός Α΄ Τάξης - Πιστοποιημένος Εσωτερικός Ελεγκτή Previous Next