Κυριακή, Μάι 2026

teliko foronews900

Η νέα ρύθμιση των 72 δόσεων παρουσιάζεται ως μια «ανάσα» για χιλιάδες οφειλέτες προς την εφορία και τον ΕΦΚΑ.

Στην πράξη όμως, όσο περισσότερο διαβάζει κανείς τους όρους, τόσο πιο ξεκάθαρο γίνεται ότι απέχει αρκετά από αυτό που πολλοί περίμεναν: μια πραγματικά γενναία ρύθμιση τύπου 120 δόσεων.

Και ο βασικός λόγος είναι ένας:

η ρύθμιση αφήνει εκτός όλα τα νέα χρέη που δημιουργήθηκαν από 1/1/2024 και μετά. 

■ Πού βρίσκεται το βασικό πρόβλημα

Η νέα ρύθμιση αφορά αποκλειστικά ληξιπρόθεσμες οφειλές έως 31/12/2023. Όποιος έχει δημιουργήσει νέα χρέη μέσα στο 2024 ή το 2025 δεν μπορεί να τα βάλει στις 72 δόσεις. Για αυτά υποχρεώνεται να χρησιμοποιήσει την πάγια ρύθμιση των 24 ή 48 δόσεων. 

Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι:

ο φορολογούμενος θα πρέπει να πληρώνει δύο ρυθμίσεις ταυτόχρονα,

με δύο διαφορετικά χρονοδιαγράμματα,

με υψηλές μηνιαίες επιβαρύνσεις,

και με αυξημένο κίνδυνο να χάσει και τις δύο αν καθυστερήσει. 

Για πολλούς επαγγελματίες και μικρές επιχειρήσεις, αυτό ακυρώνει σε μεγάλο βαθμό την «ανακούφιση» που υπόσχεται η ρύθμιση.


■ Το μεγάλο μειονέκτημα των 72 δόσεων

Ας δούμε ένα απλό παράδειγμα.

Ένας επαγγελματίας έχει:

18.000 ευρώ χρέη έως το τέλος του 2023

και άλλα 8.000 ευρώ από το 2024 και μετά.

Με τη νέα ρύθμιση:

τα 18.000 ευρώ μπορούν να μπουν στις 72 δόσεις,

αλλά τα 8.000 ευρώ θα πρέπει να μπουν ξεχωριστά στις 24 ή 48 δόσεις.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η συνολική μηνιαία επιβάρυνση παραμένει υψηλή, ειδικά σε μια περίοδο όπου:

το λειτουργικό κόστος των επιχειρήσεων έχει αυξηθεί,

οι ασφαλιστικές εισφορές πιέζουν,

και η αγορά εξακολουθεί να κινείται με χαμηλή ρευστότητα.

Γι’ αυτό αρκετοί φοροτεχνικοί μιλούν ήδη για μια ρύθμιση «μισής λύσης».


■ Γιατί οι 120 δόσεις θεωρούνταν πιο αποτελεσματικές

Οι παλαιότερες ρυθμίσεις των 100 ή 120 δόσεων είχαν ένα σημαντικό πλεονέκτημα:

έδιναν χαμηλή μηνιαία δόση και πραγματικό χρόνο προσαρμογής.

Αυτό έκανε δύο πράγματα:

1. αύξανε την πιθανότητα ο οφειλέτης να παραμείνει συνεπής,

2. και βελτίωνε τελικά την εισπραξιμότητα του Δημοσίου.

Δεν είναι τυχαίο ότι οι 120 δόσεις είχαν τεράστια συμμετοχή όταν εφαρμόστηκαν. Παρά τα προβλήματα και τους «κόφτες» που είχαν τότε, αποτέλεσαν για πολλούς τη μοναδική ρεαλιστική δυνατότητα αποπληρωμής. 

Αντίθετα, οι 72 δόσεις σήμερα:

έχουν επιτόκιο περίπου 5,84%,

απαιτούν παράλληλη τακτοποίηση νέων χρεών,

και δεν επιτρέπουν μεταφορά ήδη ρυθμισμένων οφειλών από πάγιες ρυθμίσεις. 


■ Η μεγάλη αντίφαση

Το κράτος ζητά συνέπεια από τους οφειλέτες, αλλά την ίδια στιγμή:

το ιδιωτικό χρέος συνεχίζει να αυξάνεται,

οι ληξιπρόθεσμες οφειλές προς ΑΑΔΕ και ΕΦΚΑ παραμένουν σε ιστορικά υψηλά,

και εκατομμύρια πολίτες δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και τις τρέχουσες υποχρεώσεις τους. 

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, μια ρύθμιση που χωρίζει τα χρέη σε «παλιά» και «νέα» δημιουργεί περισσότερη πολυπλοκότητα αντί για ουσιαστική λύση.


■ Τι θα έκανε πραγματικά τη διαφορά

Μια πιο λειτουργική και βιώσιμη ρύθμιση θα είχε:

μεγαλύτερο αριθμό δόσεων (100 ή 120),

ενιαία αντιμετώπιση παλιών και νέων οφειλών,

χαμηλότερο επιτόκιο,

και σταθερούς όρους χωρίς συνεχείς εξαιρέσεις και περιορισμούς.

Γιατί το βασικό ζητούμενο δεν είναι απλώς να «μπει» κάποιος σε ρύθμιση.

Είναι να μπορέσει να τη διατηρήσει.

Και εκεί ακριβώς θα κριθεί αν οι 72 δόσεις είναι πραγματική λύση ή απλώς μια προσωρινή διευκόλυνση που θα οδηγήσει πολλούς ξανά σε αδιέξοδο λίγους μήνες αργότερα.


Παναγιώτης Ράγγος

Λογιστής Φοροτεχνικός  Α΄ Τάξης - 

Πιστοποιημένος Εσωτερικός Ελεγκτή

 


Πρέπει να Διαβαστεί

Συνεργάτες

Mplatsiou