Αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας: Πώς γίνεται ο έλεγχος από την ΑΑΔΕ και ποιες καταθέσεις μπαίνουν στο μικροσκόπιο Φορολογικά Νέα Επικαιρότητα Οι έμμεσες τεχνικές ελέγχου, οι τραπεζικές καταθέσεις και η πλήρης «ακτινογραφία» της περιουσιακής κατάστασης των φορολογουμένων βρίσκονται στο επίκεντρο της στρατηγικής της ΑΑΔΕ για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Η αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αιτίες φορολογικών ελέγχων τα τελευταία χρόνια, καθώς η φορολογική διοίκηση έχει στη διάθεσή της ολοένα και περισσότερα ηλεκτρονικά εργαλεία και δεδομένα, που της επιτρέπουν να εντοπίζει περιπτώσεις στις οποίες η αύξηση της περιουσίας ενός φορολογουμένου δεν συμβαδίζει με τα εισοδήματα που έχει δηλώσει. Στην πράξη, όταν διαπιστώνεται ότι ένας φορολογούμενος έχει αποκτήσει περιουσιακά στοιχεία ή έχει πραγματοποιήσει σημαντικές καταθέσεις χωρίς να μπορεί να αποδείξει την προέλευση των χρημάτων, η διαφορά μπορεί να χαρακτηριστεί ως εισόδημα από άγνωστη ή μη διαρκή πηγή ή αιτία και να φορολογηθεί αναλόγως. Τι θεωρείται αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας Ως αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας νοείται κάθε αύξηση της περιουσιακής κατάστασης ενός φυσικού προσώπου, η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από τα δηλωθέντα εισοδήματα ή από άλλα νόμιμα και αποδεδειγμένα κεφάλαια. Η αύξηση αυτή μπορεί να αφορά: αγορές ακινήτων, τραπεζικές καταθέσεις, επενδύσεις σε μετοχές ή άλλα χρηματοοικονομικά προϊόντα, αγορά οχημάτων, σκαφών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας, συμμετοχές σε εταιρείες, μεταφορές σημαντικών κεφαλαίων από και προς το εξωτερικό. Πώς ξεκινά ο φορολογικός έλεγχος Ο έλεγχος μπορεί να ενεργοποιηθεί: μέσω ηλεκτρονικών διασταυρώσεων τραπεζικών δεδομένων, από στοιχεία του συστήματος myDATA, από αγορές ακινήτων και λοιπές μεταβολές περιουσιακών στοιχείων, μέσω διεθνούς ανταλλαγής φορολογικών πληροφοριών, κατόπιν καταγγελιών, από πληροφορίες άλλων δημόσιων υπηρεσιών, μέσω των συστημάτων ανάλυσης κινδύνου της ΑΑΔΕ που εντοπίζουν αποκλίσεις μεταξύ εισοδημάτων και περιουσίας. Πώς γίνεται η «ακτινογραφία» του φορολογουμένου Οι ελεγκτικές υπηρεσίες συγκεντρώνουν στοιχεία για: τραπεζικούς λογαριασμούς και κινήσεις κεφαλαίων, δηλωθέντα εισοδήματα προηγούμενων ετών, αγορές και πωλήσεις ακινήτων, επενδύσεις και συμμετοχές σε επιχειρήσεις, δαπάνες διαβίωσης, στοιχεία από το εξωτερικό και διεθνείς συναλλαγές. Στη συνέχεια πραγματοποιείται σύγκριση μεταξύ της οικονομικής εικόνας του φορολογουμένου και των εισοδημάτων που έχουν δηλωθεί. Εφόσον προκύψουν αποκλίσεις, ενεργοποιούνται οι έμμεσες τεχνικές ελέγχου. Οι 5 έμμεσες τεχνικές ελέγχου της ΑΑΔΕ 1. Μέθοδος ανάλυσης τραπεζικών καταθέσεων και δαπανών σε μετρητά Πρόκειται για τη συνηθέστερη μέθοδο ελέγχου. Οι ελεγκτές εξετάζουν τις πιστώσεις στους τραπεζικούς λογαριασμούς και τις συγκρίνουν με τα δηλωθέντα εισοδήματα. Καταθέσεις που δεν μπορούν να συνδεθούν με γνωστή και νόμιμη πηγή χρηματοδότησης θεωρούνται εν δυνάμει αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας. 2. Μέθοδος καθαρής θέσης (Net Worth Method) Οι ελεγκτές υπολογίζουν την καθαρή περιουσία του φορολογουμένου στην αρχή και στο τέλος της εξεταζόμενης περιόδου. Εάν η αύξηση της καθαρής θέσης, σε συνδυασμό με τις δαπάνες διαβίωσης, υπερβαίνει τα δηλωθέντα εισοδήματα, η διαφορά θεωρείται ένδειξη αδήλωτου εισοδήματος. 3. Μέθοδος πηγών και αναλώσεων κεφαλαίων Η ΑΑΔΕ εξετάζει όλες τις πιθανές πηγές χρηματοδότησης: εισοδήματα προηγούμενων ετών, αποταμιεύσεις, δάνεια, δωρεές και γονικές παροχές, πωλήσεις ακινήτων ή άλλων περιουσιακών στοιχείων, εισαγωγή κεφαλαίων από το εξωτερικό. Στη συνέχεια συγκρίνει τα διαθέσιμα κεφάλαια με τις δαπάνες και τις επενδύσεις του φορολογουμένου. 4. Μέθοδος σχέσης τιμής πώλησης προς συνολικό όγκο κύκλου εργασιών Η τεχνική αυτή εφαρμόζεται κυρίως σε επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες όταν υπάρχουν ενδείξεις απόκρυψης φορολογητέας ύλης. 5. Μέθοδος αρχής των αναλογιών Οι ελεγκτές συγκρίνουν τα οικονομικά στοιχεία μιας επιχείρησης με τα αντίστοιχα στοιχεία του κλάδου στον οποίο δραστηριοποιείται, προκειμένου να εντοπίσουν ασυνήθιστες αποκλίσεις. Ποιες καταθέσεις μπαίνουν στο μικροσκόπιο της Εφορίας Οι φορολογικές αρχές δεν θεωρούν ύποπτη κάθε τραπεζική κατάθεση. Ωστόσο, στο επίκεντρο των ελέγχων βρίσκονται κυρίως: μεγάλες πιστώσεις χωρίς εμφανή πηγή προέλευσης, επαναλαμβανόμενες καταθέσεις μετρητών, σημαντικές μεταφορές κεφαλαίων από και προς το εξωτερικό, καταθέσεις που δεν συμβαδίζουν με το δηλωθέν εισόδημα, κινήσεις λογαριασμών που συνδέονται με αγορές περιουσιακών στοιχείων μεγάλης αξίας, συναλλαγές που αποκλίνουν από το οικονομικό προφίλ του φορολογουμένου. Αντίθετα, δεν θεωρούνται αυτομάτως αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας: οι μεταφορές μεταξύ προσωπικών λογαριασμών, οι επιστροφές δανείων, οι πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων, οι νόμιμες δωρεές και γονικές παροχές, οι αποταμιεύσεις προηγούμενων ετών που αποδεικνύονται, τα ήδη φορολογημένα ή νόμιμα απαλλασσόμενα εισοδήματα. Τι συμβαίνει όταν εντοπιστούν διαφορές Εφόσον οι ελεγκτές διαπιστώσουν αποκλίσεις, καλούν τον φορολογούμενο να προσκομίσει εξηγήσεις και αποδεικτικά στοιχεία για την προέλευση των χρημάτων. Τα βασικά δικαιολογητικά είναι: τραπεζικά παραστατικά, συμβόλαια αγοραπωλησίας, δανειακές συμβάσεις, αποδεικτικά δωρεών και γονικών παροχών, δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος προηγούμενων ετών, έγγραφα εισαγωγής κεφαλαίων από το εξωτερικό, παραστατικά επενδύσεων ή κληρονομιών. Εάν οι εξηγήσεις δεν κρίνονται επαρκείς, η φορολογική διοίκηση προχωρά στον καταλογισμό φόρου επί της αδικαιολόγητης προσαύξησης περιουσίας. Οι συνέπειες για τον φορολογούμενο Η διαπίστωση αδικαιολόγητης προσαύξησης περιουσίας μπορεί να οδηγήσει: σε πρόσθετο φόρο και αναδρομικούς καταλογισμούς, σε πρόστιμα και προσαυξήσεις, στην έκδοση πράξεων διορθωτικού προσδιορισμού φόρου, σε μέτρα αναγκαστικής είσπραξης, ακόμη και στην ενεργοποίηση ποινικών διαδικασιών στις περιπτώσεις σοβαρής φοροδιαφυγής. Τα έγγραφα που πρέπει να κρατούν οι φορολογούμενοι Οι φοροτεχνικοί επισημαίνουν ότι η διατήρηση πλήρους αρχείου για κάθε σημαντική οικονομική συναλλαγή αποτελεί την καλύτερη άμυνα σε έναν φορολογικό έλεγχο. Συνιστάται να διατηρούνται: αντίγραφα τραπεζικών κινήσεων, συμβόλαια αγοραπωλησίας, δανειακές συμβάσεις, συμβολαιογραφικές πράξεις δωρεών και γονικών παροχών, φορολογικές δηλώσεις προηγούμενων ετών, στοιχεία εισαγωγής κεφαλαίων από το εξωτερικό, παραστατικά επενδύσεων, αποζημιώσεων και κληρονομιών. Η δυνατότητα τεκμηρίωσης της προέλευσης των κεφαλαίων είναι το κρίσιμο στοιχείο που καθορίζει εάν μία αύξηση της περιουσίας θα θεωρηθεί νόμιμη ή θα χαρακτηριστεί ως αδικαιολόγητη προσαύξηση περιουσίας, με όλες τις φορολογικές και ποινικές συνέπειες που αυτό μπορεί να συνεπάγεται. Παναγιώτης Ράγγος Λογιστής Φοροτεχνικός Α΄ Τάξης - Πιστοποιημένος Εσωτερικός Ελεγκτή Previous Next